Δυσανεξία – Ευαισθησία στη λακτόζη και αυτοάνοσο νόσημα

Η λακτόζη είναι ένας υδατάνθρακας που αποτελείται από δυο απλά σάκχαρα (μονοσακχαρίτες), τη γλυκόζη και την γαλακτόζη. Όταν καταναλώνουμε τρόφιμα που περιέχουν λακτόζη το ένζυμο λακτάζη, που βρίσκεται στο λεπτό έντερο, διασπά τη λακτόζη, ώστε να μπορεί να την αφομοιώσει  ο οργανισμός ως θρεπτικό συστατικό. read more


Περιφερική νευροπάθεια, θυρεοειδής και αυτοάνοσα νοσήματα

Ο όρος περιφερική νευροπάθεια περιγράφει μια διαταραχή στη μεταφορά εντολών από το νωτιαίο μυελό και τον εγκέφαλο προς τα νεύρα στην περιφέρεια.

Τα σημεία και συμπτώματα της περιφερικής νευροπάθειας μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Σταδιακή έναρξη με μουδιάσματα και φαγούρα στα πόδια ή τα χέρια σας
  • Αίσθημα πόνου στα άκρα
  • Αυξημένη ευαισθησία στην αφή
  • Έλλειψη συντονισμού των κινήσεων και αστάθεια στη βάδιση
  • Μυϊκή αδυναμία εάν τα κινητικά νεύρα επηρεάζονται
    Εάν τα αυτόνομα νεύρα επηρεάζονται, τα σημεία και τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:
  • Δυσανεξία στη θερμότητα και αλλοίωση της εφίδρωσης
  • Προβλήματα στο έντερο, την ουροδόχο κύστη ή πεπτικά προβλήματα
  • Αλλαγές στην πίεση του αίματος, προκαλώντας ζάλη ή αδιαθεσία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η περιφερική νευροπάθεια μπορεί να επηρεάσει ένα νεύρο (μονονευροπάθεια), δύο ή περισσότερα νεύρα σε διάφορους τομείς (πολλαπλή μονονευροπάθεια) ή πολλά νεύρα (πολυνευροπάθεια).

Πότε πρέπει να επισκεφτείτε ένα γιατρό

Αναζητήστε ιατρική φροντίδα αμέσως εάν παρατηρήσετε ασυνήθιστα συχνά “μυρμηκιάσματα”, αδυναμία ή πόνο στα χέρια ή τα πόδια σας.
Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία προσφέρει την ευκαιρία για τον έλεγχο των συμπτωμάτων σας και την αποτροπή περαιτέρω ζημίας των περιφερικών νεύρων σας.

Πώς γίνεται η διάγνωση της αιτίας της περιφερικής νευροπάθειας;

Οι πιο κοινές αιτίες περιλαμβάνουν το σακχαρώδη διαβήτη, τον υποθυρεοειδισμό, διατροφικές ελλείψεις, ελλείψεις βιταμινών όπως η βιταμίνη Β12 και τις αυτοάνοσες ασθένειας.
Η διάγνωση απαιτεί προσεκτική κλινική εκτίμηση, συνετές εργαστηριακές δοκιμές και ηλεκτροδιαγνωστικές μελέτες ή βιοψία νεύρου, εάν η διάγνωση παραμένει ασαφής.

Μια συστηματική προσέγγιση αρχίζει με τον εντοπισμό της βλάβης στα περιφερειακά νεύρα, την ταυτοποίηση της υποκείμενης αιτιολογίας και τον αποκλεισμό των δυνητικά θεραπεύσιμων αιτιων.
Οι αρχικές εξετάσεις αίματος θα πρέπει να περιλαμβάνουν μια γενική εξέταση αίματος, ένα ολοκληρωμένο μεταβολικό προφίλ και μέτρηση της ταχύτητας καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων και της γλυκόζης νηστείας αίματος, της βιταμίνης Β12 και των επιπέδων των θυρεοειδικών ορμονών.
Η οσφυονωτιαία παρακέντηση, η ανάλυση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και ηλεκτροδιαγνωστικές μελέτες, συμπεριλαμβανομένων των μελετών αγωγής των νεύρων και του ηλεκτρομυογραφήματος μπορεί να είναι χρήσιμα στη διαφοροδιάγνωση.

Μπορεί ο υποθυρεοειδισμός να προκαλέσει περιφερική νευροπάθεια και, αν ναι, πώς αντιμετωπίζεται; read more


Θυροξίνη, οιστρογόνα και αντισυλληπτικά

Στις γυναίκες που παίρνουν συστηματικά θυρεοειδικές ορμόνες πρέπει να ελέγχονται συχνά οι τιμές του θυρεοειδούς, εάν αποφασίσουν να λαμβάνουν ταυτόχρονα οιστρογόνα, είτε για την καταπολέμηση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης είτε για αντισύλληψη.

Μελέτη που δημοσιεύτηκε στη New England Journal of Medicine διαπιστώνει ότι μερικές από αυτές τις γυναίκες αυτές θα μπορούσαν να καταλήξουν με χαμηλά επίπεδα θυρεοειδικών ορμονών.

Σύμφωνα με το συγγραφέα της μελέτης, το πρόβλημα μπορεί να προκύψει όταν η θεραπεία με οιστρογόνα παρεμβαίνει με αυτή για το θυροειδή και μειώνει την ποσότητα των διαθέσιμων ορμονών του θυρεοειδούς ή της θυροξίνης στο αίμα.

Μελετήθηκαν συγκεκριμένα 25 εμμηνοπαυσιακές γυναίκες που έπαιρναν θυροξίνη (Τ4) και 11 που δεν έπασχαν από νόσο του θυρεοειδούς.
Άρχισαν όλες να λαμβάνουν καθημερινά θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα για την ανακούφιση των γνωστών συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, όπως εξάψεις και νυχτερινή εφίδρωση ή για την πρόληψη της οστεοπόρωσης.

Ενώ στις γυναίκες που δεν έπασχαν από νόσο του θυρεοειδούς δεν παρουσιάστηκαν σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία του θυρεοειδούς υπό τη θεραπεία με οιστρογόνα, περίπου στο 40% των γυναικών που έπαιρναν θυρεοειδικές ορμόνες είχαμε μειώσεις στα επίπεδα της θυροξίνης στο αίμα, τα επίπεδα ήταν αρκετά χαμηλά ώστε να προκληθούν συμπτώματα υποθυρεοειδισμού,  όπως το αίσθημα κόπωσης, η υποτονικότητα και η δυσανεξία στο κρύο.

Στις γυναίκες που πήραν μέρος στη μελέτη έπρεπε να αυξηθεί η δόση της θυροξίνης για να αντισταθμιστούν οι επιδράσεις των οιστρογόνων. Αυτή η προσαρμογή της δόσης της θυροξίνης τους επέτρεψε να συνεχίσουν να λαμβάνουν οιστρογόνα για την καταπολέμηση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, διατηρώντας παράλληλα τη νόσο του θυρεοειδούς υπό έλεγχο.

H έρευνα δείχνει τι μπορεί, και πιθανώς και να συμβαίνει σε ένα σημαντικό αριθμό γυναικών με νόσο του θυρεοειδούς που έχουν φτάσει στην εμμηνόπαυση.
Και επίσης μπορεί να ισχύει για τις γυναίκες που χρησιμοποιούν αντισυλληπτικά, που περιέχουν οιστρογόνα.

Τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών πρέπει οπωσδήποτε να προσδιορίζονται εντός τριών μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας με οιστρογόνα και αν διαπιστώνονται αλλαγές θα πρέπει να προσαρμόζεται η δόση.

Στις γυναίκες με υποθυρεοειδισμό πρέπει επίσης να προσδιορίζεται η λειτουργία του θυρεοειδούς όταν διακόπτεται η θεραπεία με οιστρογόνα, επειδή μπορεί να χρειαστεί, αντίστροφα, να μειωθεί η δόση της θυροξίνης.

Μεγάλο ρόλο για τα παραπάνω παίζει η επίδραση των οιστρογόνων στην παραγωγή της TBG (Thyroxine-binding globulin, Σφαιρίνη που δεσμεύει τη θυροξίνη) η οποία είναι μια πρωτεΐνη που δεσμεύει και μεταφέρει τις θυρεοειδικές ορμόνες στην κυκλοφορία του αίματος.
Όταν τα επίπεδα της TBG είναι υψηλά, η θυροξίνη είναι “παγιδευμένη στην κυκλοφορία” του αίματος, δεσμευμένη στην TBG και δεν μπορεί να “μπει” στους ιστούς όταν αυτό είναι αναγκαίο.
Εάν ο θυρεοειδής είναι υγιής και λειτουργεί σωστά, θα αντισταθμιστεί αυτό με την παραγωγή περισσότερων θυρεοειδικών ορμονών. Αλλά εάν ο θυρεοειδής υπολειτουργεί – όπως στην περίπτωση για τους περισσότερους που λαμβάνουν θυροξίνη – μια αύξηση της TBG μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού, επειδή ο θυροειδής δεν μπορεί να παράγει περισσότερες ορμόνες.

Τα οιστρογόνα αυξάνουν την TBG και οι γυναίκες που παίρνουν οιστρογόνα (αντισυλληπτικά δισκία ή στην εμμηνόπαυση) την ίδια στιγμή που παίρνουν θυροξίνη μπορεί να χρειαστεί να αυξήσουν τη δόση της τελευταίας.
Η διαδερμική χορήγηση οιστρογόνων (TTS) δεν έχει σημαντική επίδραση στην TBG, έτσι  μπορεί να είναι προτιμότερη για τις γυναίκες που παίρνουν λεβοθυροξίνη (Τ4).

 

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, ειδικός ενδοκρινολόγος – διαβητολόγος
www.endoderma.gr

Διαβάστε ακόμη: Θυρεοειδής και εγκυμοσύνη!

Εμμηνόπαυση ή υποθυρεοεδισμός read more