1

Πώς επηρεάζουν οι ορμόνες του σώματος το θυρεοειδή;

Οι θυρεοειδικές ορμόνες επηρεάζουν κάθε κύτταρο στο σώμα

Ο θυρεοειδής και οι ορμόνες του επηρεάζουν κάθε κύτταρο στο σώμα σας.
Όλα τα συστήματα, όλους τους ιστούς, όλα τα κύτταρα.
Το σώμα σας εξαρτάται απόλυτα από τις θυρεοειδικές ορμόνες.
Πώς όμως επηρεάζουν όλες οι άλλες ορμόνες στο σώμα σας το θυρεοειδή;

Οι ορμόνες του φύλου και ο θυρεοειδής σας

Οι κύριες ορμόνες του φύλου, τα οιστρογόνα, η τεστοστερόνη και η προγεστερόνη επηρεάζονται από το θυρεοειδή και ο θυρεοειδής επηρεάζεται από αυτές.

Επιδράσεις των ορμονών του φύλου στη λειτουργία του θυρεοειδούς

Η οιστραδιόλη μειώνει τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη TSH:
Όταν οι γυναίκες μπαίνουν στην περιεμμηνόπαυση και τελικά στην εμμηνόπαυση, γεγονός που συνοδεύεται από μείωση των οιστρογόνων, εμφανίζεται για πρώτη φορά πολύ συχνά υποθυρεοειδισμός (χαμηλή λειτουργία του θυρεοειδούς), ο οποίος συνήθως χαρακτηρίζεται από μια αύξηση της TSH (θυροειδοτρόπου ορμόνης).
Η επαναφορά των επιπέδων των οιστρογόνων θα βοηθήσει στη μείωση της TSH και τη μερική ανακούφιση των συμπτωμάτων του υποθυρεοειδισμού.

Πώς οι θυρεοειδικές ορμόνες επηρεάζουν τις ορμόνες του φύλου

Μερικές φορές παρατηρείται έλλειψη ή κακή ανταπόκριση των ορμονών του φύλου όταν υπάρχει υποθυρεοειδισμός. Η διόρθωση της κατάστασης του θυρεοειδούς βοηθά στην αποκατάσταση των επιπέδων των ορμονών του φύλου, χωρίς στην πραγματικότητα να χρειάζεται να ακολουθήσει ειδική θεραπεία με τις ορμόνες του φύλου (θεραπεία με αντισυλληπτικά ή θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης).

Συγεκριμένα, τα επαρκή επίπεδα Τ3 στον οργανισμό αυξάνουν την ευαισθησία στη δράση της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH): Η LH είναι μια ορμόνη της υπόφυσης, όπως ακριβώς και η TSH, μόνο που εκείνη διεγείρει αντί το θυρεοειδή, τους όρχεις ή τις ωοθήκες για την παραγωγή ορμονών του φύλου.

Πολλές γυναίκες γυναικολογικές παθήσεις πηγάζουν στην πραγματικότητα από μια πάθηση του θυρεοειδούς.
Περισσότερα μπορείτε να διαβάστε στα σχετικά άρθρα μας:
Εμμηνόπαυση ή υποθυρεοειδισμός;
Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και θυρεοειδής
Θυροξίνη, οιστρογόνα και αντισυλληπτικά

Οι ορμόνες των επινεφριδίων και ο θυρεοειδής σας

Ο άξονας επικοινωνίας επινεφριδίων / θυρεοειδούς είναι μία από τις πιο σημαντικές συνομιλίες ορμονών στο σώμα σας. Πρόκειται για τους υψιστης σημασίας αδένες του σώματος. Ακριβώς όπως είπαμε ότι δεν μπορείτε να ζήσετε χωρίς τις θυρεοειδικές ορμόνες, δεν μπορείτε επίσης να επιβιώσετε χωρίς τις ορμόνες που εκκρίνουν τα επινεφρίδιά σας.
Τα επινεφρίδια παράγουν ζωτικής σημασίας ορμόνες συμπεριλαμβανομένων της κορτιζόλης, της DHEA, της αλδοστερόνης, της επινεφρίνης  (αδρεναλίνης / νορεπινεφρίνης) και ακόμη ενός μέρους των ορμονών του φύλου.
Οι λεγόμενες «ορμόνες του στρες» που παράγουν τα επινεφρίδια, ρυθμίζουν την απάντηση του σώματός σας σε εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες άγχους. Οι επινεφριδικές ορμόνες είναι απαραίτητες για τη σωστή λειτουργία των ορμονών του θυρεοειδούς αδένα και, αντίστροφα, οι θυρεοειδικές ορμόνες διεγείρουν και ρυθμίζουν τα επινεφρίδια.

Επιδράσεις των ορμονών των επινεφριδίων στη λειτουργία του θυρεοειδούς

Η κορτιζόλη και η αδρεναλίνη αυξάνουν την παραγωγή της ανάστροφη Τ3 (rT3):
Η κορτιζόλη και η αδρεναλίνη είναι οι κύριες ορμόνες του στρες.
Όταν κάτω από συνθήκες στρες και ψυχολογικής πίεσης, οι ορμόνες των επινεφριδίων αυξάνονται, αρχίζουν να επηρεάζουν τη μετατροπή της Τ4 στη μεταβολικά ενεργό ορμόνη Τ3. Αντ ‘αυτού μετατρέπεται η Τ4 σε ανενεργό rT3.
Αν τα επίπεδα της rT3 είναι υψηλά, τότε ο ρυθμός του μεταβολισμού μειώνεται και τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού ενδεχομένως να κάνουν την εμφάνισή τους.

Η κορτιζόλη, από την άλλη, μειώνει τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη TSH, επηρεάζοντας την ικανότητα της υπόφυσης να παράγει TSH. Αρχικά αυτό μπορεί να ακούγεται καλό.
Στην πραγματικότητα, το μακροχρόνιο στρες, με μακροχρόνια υψηλά επίπεδα κορτιζόλης, θα έχει σα συνέπεια μια συνεχώς χαμηλότερη τιμή TSH με αποτέλεσμα να μη λαμβάνει ο θυρεοειδής τα σωστά ερεθίσματα για να παράγει επαρκείς ποσότητες των ορμονών του θυρεοειδούς, της Τ4 και της Τ3.

Περισσότερες λεπτομέρειες θα βρείτε στο άρθρο μας:
Κορτιζόνη, κορτιζόλη και θυρεοειδής

H αντίσταση στην ινσουλίνη και ο θυρεοειδής σας

Η υπερβολική κατανάλωση υδατανθράκων μπορεί να οδηγήσει σε αυτό που ονομάζεται αντίσταση στην ινσουλίνη, την κατάσταση κατά την οποία τα κύτταρα δεν είναι πλέον ικανά να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στην ινσουλίνη με αποτέλεσμα να αυξάνεται το σάκχαρο του αίματος. Αυτό το σενάριο είναι ο τρόπος εμφάνισης του σακχαρώδους διαβήτη.

Η χαμηλή θυρεοειδική λειτουργία μειώνει την ευαισθησία των κυττάρων απέναντι στην ινσουλίνη οδηγώντας σε υπερινσουλιναιμία και αύξηση του σωματικού λίπους, μέσω της αντίστασης στην ινσουλίνη: Ένα από τα κοινά συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού (χαμηλή λειτουργία του θυρεοειδούς) είναι η αύξηση του σωματικού βάρους. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο μειωμένο μεταβολικό ρυθμό που παρατηρείται σε κατάσταση υποθυρεοειδισμού.
Ένας άλλος παράγοντας είναι το γεγονός ότι η έλλειψη των θυρεοειδικών ορμονών επηρεάζει τους κυτταρικούς υποδοχείς της ινσουλίνης, που είναι απαραίτητοι για να εκδηλωθεί η δράση της ινσουλίνης, που είναι η μεταφορά της γλυκόζης εντός του κυττάρου και η αποφυγή της υπεργλυκαιμίας.

Από την άλλη πλευρά και ο υπερθυρεοειδισμός μειώνει την ευαισθησία του κυττάρου απέναντι στην ινσουλίνη, οδηγώντας παραδόξως επίσης σε αύξηση του σωματικού λίπους: Σε κατάσταση υπερθυρεοειδισμού η περίσσεια των ορμονών του θυρεοειδούς, μέσα από μια πολύ σύνθετη διαδικασία, οδηγεί επίσης σε αντίσταση στην ινσουλίνη.

Περισσότερα σχετικά θα βρείτε στο άρθρο μας:

Σακχαρώδης διαβήτης και θυρεοειδής

Πώς μπορείτε να βεβαιωθείτε ότι οι ορμόνες σας συνεργάζονται και αλληλεπιδρούν σωστά; Μην αγνοείτε τα συμτώματα, αντιδράστε εγκαίρως και επισκεφτείτε έναν ενδοκρινολόγο που καταλαβαίνει τον περίπλοκο χορό των ορμονών που συμβαίνει στο σώμα σας!

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, Ενδοκρινολόγος – Διαβητολόγος, Θεσσαλονίκη

 

 


Pretty young woman with arms raised

Θυροξίνη, οιστρογόνα και αντισυλληπτικά

Στις γυναίκες που παίρνουν συστηματικά θυρεοειδικές ορμόνες πρέπει να ελέγχονται συχνά οι τιμές του θυρεοειδούς, εάν αποφασίσουν να λαμβάνουν ταυτόχρονα οιστρογόνα, είτε για την καταπολέμηση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης είτε για αντισύλληψη.

Μελέτη που δημοσιεύτηκε στη New England Journal of Medicine διαπιστώνει ότι μερικές από αυτές τις γυναίκες αυτές θα μπορούσαν να καταλήξουν με χαμηλά επίπεδα θυρεοειδικών ορμονών.

Σύμφωνα με το συγγραφέα της μελέτης, το πρόβλημα μπορεί να προκύψει όταν η θεραπεία με οιστρογόνα παρεμβαίνει με αυτή για το θυροειδή και μειώνει την ποσότητα των διαθέσιμων ορμονών του θυρεοειδούς ή της θυροξίνης στο αίμα.

Μελετήθηκαν συγκεκριμένα 25 εμμηνοπαυσιακές γυναίκες που έπαιρναν θυροξίνη (Τ4) και 11 που δεν έπασχαν από νόσο του θυρεοειδούς.
Άρχισαν όλες να λαμβάνουν καθημερινά θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα για την ανακούφιση των γνωστών συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, όπως εξάψεις και νυχτερινή εφίδρωση ή για την πρόληψη της οστεοπόρωσης.

Ενώ στις γυναίκες που δεν έπασχαν από νόσο του θυρεοειδούς δεν παρουσιάστηκαν σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία του θυρεοειδούς υπό τη θεραπεία με οιστρογόνα, περίπου στο 40% των γυναικών που έπαιρναν θυρεοειδικές ορμόνες είχαμε μειώσεις στα επίπεδα της θυροξίνης στο αίμα, τα επίπεδα ήταν αρκετά χαμηλά ώστε να προκληθούν συμπτώματα υποθυρεοειδισμού,  όπως το αίσθημα κόπωσης, η υποτονικότητα και η δυσανεξία στο κρύο.

Στις γυναίκες που πήραν μέρος στη μελέτη έπρεπε να αυξηθεί η δόση της θυροξίνης για να αντισταθμιστούν οι επιδράσεις των οιστρογόνων. Αυτή η προσαρμογή της δόσης της θυροξίνης τους επέτρεψε να συνεχίσουν να λαμβάνουν οιστρογόνα για την καταπολέμηση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, διατηρώντας παράλληλα τη νόσο του θυρεοειδούς υπό έλεγχο.

H έρευνα δείχνει τι μπορεί, και πιθανώς και να συμβαίνει σε ένα σημαντικό αριθμό γυναικών με νόσο του θυρεοειδούς που έχουν φτάσει στην εμμηνόπαυση.
Και επίσης μπορεί να ισχύει για τις γυναίκες που χρησιμοποιούν αντισυλληπτικά, που περιέχουν οιστρογόνα.

Τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών πρέπει οπωσδήποτε να προσδιορίζονται εντός τριών μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας με οιστρογόνα και αν διαπιστώνονται αλλαγές θα πρέπει να προσαρμόζεται η δόση.

Στις γυναίκες με υποθυρεοειδισμό πρέπει επίσης να προσδιορίζεται η λειτουργία του θυρεοειδούς όταν διακόπτεται η θεραπεία με οιστρογόνα, επειδή μπορεί να χρειαστεί, αντίστροφα, να μειωθεί η δόση της θυροξίνης.

Μεγάλο ρόλο για τα παραπάνω παίζει η επίδραση των οιστρογόνων στην παραγωγή της TBG (Thyroxine-binding globulin, Σφαιρίνη που δεσμεύει τη θυροξίνη) η οποία είναι μια πρωτεΐνη που δεσμεύει και μεταφέρει τις θυρεοειδικές ορμόνες στην κυκλοφορία του αίματος.
Όταν τα επίπεδα της TBG είναι υψηλά, η θυροξίνη είναι «παγιδευμένη στην κυκλοφορία» του αίματος, δεσμευμένη στην TBG και δεν μπορεί να «μπει» στους ιστούς όταν αυτό είναι αναγκαίο.
Εάν ο θυρεοειδής είναι υγιής και λειτουργεί σωστά, θα αντισταθμιστεί αυτό με την παραγωγή περισσότερων θυρεοειδικών ορμονών. Αλλά εάν ο θυρεοειδής υπολειτουργεί – όπως στην περίπτωση για τους περισσότερους που λαμβάνουν θυροξίνη – μια αύξηση της TBG μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού, επειδή ο θυροειδής δεν μπορεί να παράγει περισσότερες ορμόνες.

Τα οιστρογόνα αυξάνουν την TBG και οι γυναίκες που παίρνουν οιστρογόνα (αντισυλληπτικά δισκία ή στην εμμηνόπαυση) την ίδια στιγμή που παίρνουν θυροξίνη μπορεί να χρειαστεί να αυξήσουν τη δόση της τελευταίας.
Η διαδερμική χορήγηση οιστρογόνων (TTS) δεν έχει σημαντική επίδραση στην TBG, έτσι  μπορεί να είναι προτιμότερη για τις γυναίκες που παίρνουν λεβοθυροξίνη (Τ4).

 

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, ειδικός ενδοκρινολόγος – διαβητολόγος
www.endomed.gr

Διαβάστε ακόμη: Θυρεοειδής και εγκυμοσύνη!

Εμμηνόπαυση ή υποθυρεοεδισμός;


genitalbereich-870x435

Προβλήματα στην ευαίσθητη περιοχή;

Το ερώτημα αυτό μάλλον κάνει όλες τις γυναίκες  να ψιθυρίζουνε καθώς θεωρείται μάλλον θέμα ταμπού.

Η γυναίκα καθώς από παιδί στοχεύει την άφθαρτη ομορφιά με πρότυπο την Αφροδίτη αντιμετωπίζει κάποιες φορές με αμηχανία τα προβλήματα που προκύπτουν στην ευαίσθητη περιοχή.

 

Ο κόλπος της γυναίκας παράγει  καθημερινά 2 – 4 γραμμάρια κολπικό έκκριμα, το ΡΗ του βρίσκεται περίπου στο 4,0.
Η παραγωγή κολπικού εκκρίματος εξαρτάται από τις ορμόνες του φύλου όπως τα οιστρογόνα, τα προγεσταγόνα και τα ανδρογόνα (π.χ. τεστοστερόνη).

Ο κόλπος έχει μια φυσική οξύτητα και αυτή χρησιμεύει στην καταπολέμηση των μικροβίων και βακτηρίων.
Η φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου περιέχει διάφορα απαραίτητα βακτήρια όπως π.χ. τα οξυγαλακτικά βακτήρια  όμως και διάφορους μικροοργανισμούς.

Η ισορροπία του κόλπου μπορεί εύκολα να διαταραχθεί αν έστω και λίγο αυξηθούν ή μειωθούν οι απαραίτητοι μικροοργανισμοί.

Γρήγορα λοιπόν η γυναίκα υποφέρει από κνησμό και αίσθηση καψίματος στον κόλπο. Ακόμα, ανοίγει ο δρόμος στο να «θρονιαστούν» οι μύκητες.

Οι γυναίκες με Hashimoto Θυρεοειδίτιδα υποφέρουν συχνά από έλλειψη κολπικών υγρών.
Αυτό κάνει τον βλεννογόνο υμένα ιδιαίτερα ευαίσθητο και επιφέρει πόνο. Συχνά μπορεί να ραγίσει δίνοντας την ευκαιρία σε εισβολείς να προκαλέσουν φλεγμονές. Κάποιοι ειδικοί ισχυρίζονται ότι αίτιο αυτού του φαινομένου είναι μια γενικότερη αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος.

 

Φυσικός έλεγχος

Βασικό στην καταπολέμηση προβλημάτων της ευαίσθητης περιοχής είναι μια καλή συνεργασία με τον γυναικολόγο και τακτικό Τεστ-ΠΑΠ. Ο γιατρός με αυτόν τον τρόπο θα ελέγξει αν υπάρχουν βακτήρια ή μύκητες που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Κατόπιν θα ελεγχθούν και όλα τα υπόλοιπα γυναικολογικά μέρη  στα οποία θα μπορούσαν να προκληθούν φλεγμονές  (π.χ. μήτρα, ωοθήκες, νεφρά, ουροδόχο κύστη)  και επηρεάζουν την ευαίσθητη περιοχή.

 

Ορμονικός έλεγχος

Μια χρόνια έλλειψη ορμονών μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση του βλεννογόνου υμένα ο οποίος  αποδυναμώνεται και γίνεται εύθραυστος. Τα συμπτώματα που προκαλούνται είναι όμοια με τα συμπτώματα μιας μυκητίασης δηλαδή κνησμός, αίσθημα καψίματος και ευερεθιστότητα της περιοχής. Δεν αποκλείεται ωστόσο τα συμπτώματα αυτά να προκαλούνται από κάποια μυκητίαση, καθώς η περιοχή του κόλπου καθίσταται όλο και πιο επιρρεπής. Μια μόνιμη ξηρότητα του γυναικείου κόλπου μπορεί να οδηγήσει επίσης σε κολπική ατροφία.

 

Γι αυτό και είναι απολύτως απαραίτητο μια γυναίκα να  απευθύνεται άμεσα στον γυναικολόγο της με τα πρώτα συμπτώματα ή τις πρώτες ενοχλήσεις.

Η καλή συνεργασία με τον ενδοκρινολόγο κρίνεται άκρως απαραίτητη καθώς η απορύθμιση των ορμονών είναι βασικός παράγοντας για να προκληθούν προβλήματα στην ευαίσθητη περιοχή.

 

scheidenprobleme

 

A.A.

Πληροφορίες απο: schilddruese-augsburg.de/mauschl.html , hormontherapie-wechseljahre.de/symptome-wechseljahre/blase-scheide/trockene-scheide/Scheidenpilz-Oestrogenmangel-id63689.html


Happy-Woman-in-Pink

Οιστραδιόλη, το κυρίαρχο οιστρογόνο!

Η οιστραδιόλη ή εστραδιόλη είναι μία ισχυρή αναπαραγωγική ορμόνη, με ευρύ φάσμα δράσεων σε άνδρες και γυναίκες.
Εναλλακτικές ονομασίες για την οιστραδιόλη:
Ε2- οιστραδιόλη,  17-β- οιστραδιόλη.

Τι είναι η οιστραδιόλη;

Η οιστραδιόλη είναι μια στεροειδής ορμόνη που παράγεται από χοληστερόλη και είναι το ισχυρότερο από τα τρία οιστρογόνα που παράγονται φυσιολογικά.
Είναι το κύριο οιστρογόνο που βρίσκεται στις γυναίκες και έχει πολλές λειτουργίες, αν και η κύρια λειτουργία είναι η ωρίμανση και διατήρηση του θηλυκού αναπαραγωγικού συστήματος. Η φυσιολογική αύξηση της οιστραδιόλης στη διάρκεια του έμμηνου κύκλου προκαλεί την ωρίμανση και απελευθέρωση ενός ωαρίου, όπως επίσης και την πάχυνση του ενδομητρίου, έτσι ώστε το ωάριο να εμφυτευθεί αν γονιμοποιηθεί. Η οιστραδιόλη συμβάλλει επίσης στην ανάπτυξη του στήθους /μαζικού αδένα, των οστών και των χόνδρων.

Στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η οιστραδιόλη απελευθερώνεται κυρίως από τις ωοθήκες. Τα επίπεδα της οιστραδιόλης εξαρτώνται από τη φάση του έμμηνου κύκλου, είναι υψηλότερα κατά την ωορρηξία και χαμηλότερα κατά την έμμηνο ρύση.
Τα επίπεδα της οιστραδιόλης στις γυναίκες μειώνονται με την ηλικία ενώ μια μεγάλη μείωση σημειώνεται κατά την εμμηνόπαυση.

Οι άνδρες παράγουν επίσης οιστραδιόλη. Παράγεται μέσω της ίδιας οδού με την τεστοστερόνη. Ωστόσο, τα επίπεδα της οιστραδιόλης στους άνδρες είναι πολύ χαμηλότερα από ό, τι στις γυναίκες. Και στα δύο φύλα, η οιστραδιόλη παράγεται σε πολύ μικρότερες ποσότητες από τον λιπώδη ιστό, τον εγκέφαλο και τα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων.

Πώς ελέγχεται η έκκριση της οιστραδιόλης;

Η παραγωγή της οιστραδιόλης στις ωοθήκες των γυναικών περιλαμβάνει μια αλυσιδωτή αντίδραση στον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-γονάδων.
Αυτή αρχίζει από τον υποθάλαμο, που βρίσκεται στη βάση του εγκεφάλου και απελευθερώνει μια ορμόνη που ονομάζεται εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (GHRH).
Με τη σειρά της αυτή προκαλεί την απελευθέρωση από την υπόφυση δύο ακόμη ορμονών, της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH).
Αυτές εισέρχονται στο αίμα και διεγείρουν τις ωοθήκες και τα ανώριμα ωοθυλάκια που περιέχουν ωάρια. Αυτά αρχίζουν να παράγουν οιστραδιόλη.
Η διαρκής επικοινωνία μεταξύ των επιπέδων της οιστραδιόλης στην κυκλοφορία και του εγκεφάλου είναι αυτή που ελέγχει την ανάπτυξη του ωαρίου, την ωορρηξία και τον έμμηνο κύκλο.

Τι θα συμβεί αν έχω υψηλή οιστραδιόλη στο αίμα;

Η αυξημένη οιστραδιόλη συνδέεται με μια σειρά από ανεπιθύμητες ενέργειες.
Τα ήπια υψηλά επίπεδα οιστραδιόλης προκαλούν ακμή, δυσκοιλιότητα, απώλεια της λίμπιντο και κατάθλιψη.
Περισσότερο σοβαρές επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν καρκίνο του ενδομητρίου και του μαστού, στειρότητα, αύξηση βάρους, εγκεφαλικό επεισόδιο και καρδιακή προσβολή.

Στους άνδρες, η υψηλή οιστραδιόλη μπορεί επίσης να προκαλέσει σεξουαλική δυσλειτουργία, απώλεια του μυϊκού τόνου, αύξηση του σωματικού λίπους και ανάπτυξη θηλυκών χαρακτηριστικά, όπως μαζικού αδένα.
Η οιστραδιόλη παίζει στους άνδρες όλο και πιο κυρίαρχο ρόλο με την αύξηση της ηλικίας καθώς η παραγωγή της τεστοστερόνης μειώνεται, γεγονός που οι επιστήμονες θεωρούν ότι μπορεί να είναι ένας παράγοντας που συμβάλλει στην ανάπτυξη καρκίνου του προστάτη.

Η οιστραδιόλης χρησιμοποιείται ακόμη στα πλαίσια της θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης στις γυναίκες.

Τι θα συμβεί αν έχω χαμηλή οιστραδιόλη;

Η οιστραδιόλη είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη των οστών, ώστε οι άνθρωποι με χαμηλή οιστραδιόλη να τείνουν να έχουν σκελετικά προβλήματα, όπως ανεπαρκή ανάπτυξη των οστών και οστεοπόρωση.
Τα κορίτσια θα αντιμετωπίσουν επίσης προβλήματα κατά την εφηβεία, όπως την καθυστέρηση στην ανάπτυξη ή τη μειωμένη ανάπτυξη του στήθους και έναν άστατο ή αραιό έμμηνο κύκλο (ολιγομηνόρροια). Η οιστραδιόλη κρατά επίσης ένα σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του εγκεφάλου, όπου τα χαμηλά επίπεδα μπορεί να προκαλέσουν κατάθλιψη, κόπωση και εναλλαγές της διάθεσης.

Τα επίπεδα οιστραδιόλης στις γυναίκες «πέφτουν» στην εμμηνόπαυση, γεγονός που προκαλεί πολλά από τα συμπτώματά της. Αρχικά αυτά περιλαμβάνουν νυχτερινές εφιδρώσεις, εξάψεις, κολπική ξηρότητα και εναλλαγές διάθεσης, ενώ μακροπρόθεσμα αυτή η έλλειψη μπορεί να γίνει είναι η αιτία για την ανάπτυξη οστεοπόρωσης.

Διαβάστε για τη σχέση των οιστρογόνων με το θυρεοειδή αδένα εδώ.

 

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, Ενδοκρινολόγος, Θεσσαλονίκη