χασιτοξίκωση θυρεοειδίτιδα χασιμότο

Χασιτοξίκωση: όταν ο θυρεοειδής έχει δύο πρόσωπα…

H χασιτοξίκωση (hashitoxicosis) είναι μια αυτοάνοση διαταραχή του θυρεοειδούς στην οποία μπορεί να συμβαίνουν μεταβολές των θυρεοειδικών ορμονών τόσο προς την κατεύθυνση του υποθυρεοειδισμού όσο και προς αυτήν του υπερθυρεοειδισμού σχεδόν ταυτόχρονα ή να παρατηρούνται αλλαγές στα επίπεδα των ορμονών μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και σε αυτό ακριβώς οτο γεγονός μπορεί να οφείλονται τα όποια «φυσιολογικά» αποτελέσματα στο βιοχημικό έλεγχο του θυρεοειδούς.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ειδικά στις ΗΠΑ, ο όρος «hashitoxicosis» χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια περίπτωση αυτοάνοσης νόσου του θυρεοειδούς, στην οποία υπάρχει ουσιαστικά επικάλυψη της νόσου του Graves και της θυρεοειδίτιδας του Hashimoto, ωστόσο η χασιτοξίκωση είναι πιο πιθανό να παρουσιαστεί στα πρώιμα στάδια του αυτοάνοσου υποθυρεοειδισμού:

Καθώς τα κύτταρα του θυρεοειδούς καταστρέφονται από τα αυτοαντισώματα, οι θυρεοειδικές ορμόνες που είναι αποθηκευμένες σε αυτά απελευθερώνονται μαζικά, προκαλώντας υποτροπιάζοντα συμπτώματα υπερθυρεοειδισμού.

Τα σημαντικότερα κλινικά συμπτώματα στις φάσεις αυτές μπορεί να είναι η απώλεια βάρους (συχνά συνοδεύεται από αυξημένη όρεξη), το άγχος, η δυσανεξία στη ζέστη, η κόπωση, η τριχόπτωση, η γενική αδυναμία, η υπερκινητικότητα, η ευερεθιστότητα, το αίσθημα απάθειας, η κατάθλιψη, η πολυουρία, η πολυδιψία και η αυξημένη εφίδρωση.
Επιπρόσθετα, οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν αίσθημα παλμών και καρδιακές αρρυθμίες, δύσπνοια, απώλεια της λίμπιντο, ναυτία, έμετο και διάρροιες.
Τα συμπτώματα αυτά, όταν η κύρια διαταραχή είναι η θυρεοειδίτιδα Χασιμότο, μπορεί να εναλλάσσονται με τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού και της αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας, που μπορείτε να βρείτε εδώ.


Στο ορό των ασθενών με χασιτοξίκωση μπορεί εκτός από τα αντισώματα κατά της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (αντι – ΤPO) να εντοπίζονται και αντισώματα κατά του υποδοχέα της TSH  (TSI ή TSHR – Αb).

Τα αντισώματα κατά του υποδοχέα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH), ονομάζονται επίσης «ανοσοσφαιρίνες διεγέρσεως του θυρεοειδούς», είναι αυτοαντισώματα που μπορεί να είναι διεγερτικά, ανασταλτικά ή δεσμευτικά.

Τα διεγερτικά αντισώματα του υποδοχέα της θυρεοτροπίνης διεγείρουν την παραγωγή κυκλικής μονοφωσφορικής αδενοσίνης, η οποία με τη σειρά της προκαλεί την απελευθέρωση θυροξίνης (Τ4) και τριιωδοθυρονίνης (Τ3), με επακόλουθο την εμφάνιση συμπτωμάτων υπερθυρεοειδισμού.

Τα ανασταλτικά αντισώματα του υποδοχέα της TSH αποτρέπουν τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH) από τη σύνδεση με τον υποδοχέα της, με αποτέλεσμα την εμφάνιση συμπτωμάτων υποθυρεοειδισμού.
Τα δεσμευτικά αντισώματα του υποδοχέα της TSH συνδέονται με ή κοντά στον υποδοχέα της TSH στα κύτταρα του θυρεοειδούς, παρεμβαίνοντας έτσι στη δράση της TSH στη θέση του υποδοχέα της.

Έτσι, τα αντισώματα κατά υποδοχέων της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης μπορεί να υπάρχουν σε διάφορους τύπους αυτοάνοσων νοσημάτων του θυρεοειδούς.
Το κυρίαρχο είδος των αντισωμάτων βοηθάει στη διαφορική διάγνωση και την αναγνώριση του είδους της νόσου που υπάρχει.

Στις περισσότερες περιπτώσεις χασιτοξίκωσης, εντοπίζονται στο ορό των ασθενών τόσο δεσμευτικά όσο και διεγερτικά αντισώματα κατά του υποδοχέα της TSH, προκαλώντας τις παροδικές και εναλλασσόμενες περιόδους υποθυρεοειδισμού και υπερθυρεοειδισμού.


Σε οποιοδήποτε άτομο με γενετική προδιάθεση να αναπτύξει αυτοάνοση νόσο του θυρεοειδούς μπορεί να αναπτυχθεί Χασιτοξίκωση. Δεν είναι ασυνήθιστο για τα άτομα αυτά να βρεθούν να πάσχουν από τη νόσο του Graves, θυρεοειδίτιδα Hashimoto, από πρωτογενές μυξοίδημα και χασιτοξίκωση σε διαφορετικές χρονικές στιγμές της ζωής τους.
Ανάλογα με τα θυρεοειδικά αυτοαντισώματα που είναι παρόντα και υπερισχύουν σε κάθε χρονική στιγμή, μπορεί να εκδηλωθεί οποιαδήποτε από τις παραπάνω θυρεοειδικές διαταραχές.
Γι αυτό το λόγο η διάγνωση της χασιτοξίκωσης μπορεί να είναι περίπλοκη.
Ωστόσο, ο υπέρηχος του θυρεοειδούς μπορεί να αποδειχθεί επίσης χρήσιμο εργαλείο στη διαφορική διάγνωση μεταξύ της «Hashitoxicosis» και της νόσου του Graves και η διαφορική διάγνωση βασίζεται κυρίως στο βαθμό της αγγείωσης του θυρεοειδικού παρεγχύματος.
H θεραπεία, σε περίπτωση διάγνωσης της χασιτοξίκωσης, είναι κυρίως συμπτωματική και κατευθύνεται από ειδικό ενδοκρινολόγο.

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD
Ενδοκρινολόγος – διαβητολόγος
www.endomed.gr
Facebooktwittergoogle_plusmail

Αφήστε μια απάντηση