Αναιμία και θυρεοειδής

Η αναιμία σε περίπτωση υποθυρεοειδισμού εμφανίζεται σε ποσοστό που κυμαίνεται ανάμεσα σε 20 και 60% στους ενήλικες και μέχρι και στο 65% στα παιδιά και τους εφήβους με υπολειτουργία του θυρεοειδούς.

H αναιμία συνήθως ορίζεται ως μια μείωση στην ποσότητα των ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBC) ή της αιμοσφαιρίνης (Hb) στο αίμα.
Στα συμπτώματα του ασθενούς με αναιμία συμπεριλαμβάνονται η ωχρότητα, η ταχυκαρδία, το αίσθημα κόπωσης, η δύσπνοια στην κόπωση, η ζάλη, οι εμβοές στα αυτιά, οι συχνές κεφαλαλγίες.

Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να προκαλέσει αναιμία με πολλούς μηχανισμούς.
Είναι γνωστός, αρχικά, ο ρόλος των θυρεοειδικών ορμονών στην ερυθροποίηση, δηλαδή το σχηματισμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Όταν αυτές λείπουν μακροχρόνια, είναι πολύ πιθανό η ερυθροποίηση να γίνεται με πιο αργό ρυθμό, με αποτέλεσμα την εμφάνιση αναιμίας δηλαδή μειωμένης αιμοσφαιρίνης ή /και ερυθροκυττάρων. Σε αυτήν την περίπτωση η αναιμία είναι συνήθως ορθοκυτταρική (MCV 80-100fL).

Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού με θυρεοειδικές ορμόνες συνήθως είναι από μόνη της επαρκής να διορθώσει την αναιμία που οφείλεται σε διαταραχές της ερυθροποίησης.

H συνύπαρξη, από την άλλη, κακοήθους αναιμίας και αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας Χασιμότο δεν είναι σπάνια, πιθανότατα λόγω κοινού παθογενετικού μηχανισμού. Η κακοήθης αναιμία (επίσης γνωστή ως αναιμία Biermer, αναιμία του Addison, ή Addison-Biermer αναιμία) είναι ένας από τους τύπους μεγαλοβλαστικής αναιμίας (MCV > 100 fL).

Η κακοήθης αναιμία μπορεί να αναπτυχθεί λόγω της ανεπαρκούς λειτουργίας των γαστρικών τοιχωματικών κυττάρων, τα οποία είναι υπεύθυνα, εν μέρει, για την έκκριση του ενδογενούς παράγοντα, μιας πρωτεΐνης που είναι απαραίτητη για την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 στον ειλεό.

Συνήθως στα πλαίσια μιας ατροφικής γαστρίτιδας, η αυτοάνοση καταστροφή των γαστρικών τοιχωματικών κυττάρων λόγω παρουσίας αυτοαντισωμάτων οδηγεί σε έλλειψη ενδογενούς παράγοντα. Αφού η απορρόφηση της Β12 στο έντερο εξαρτάται από την παρουσία του ενδογενούς παράγοντα, η απώλεια του ενδογενούς παράγοντα οδηγεί σε ανεπάρκεια βιταμίνης Β12.

Περισσότερα για τα συμπτώματα έλλειψης της βιταμίνης Β12 διαβάστε εδώ και για το πώς θα αποκλειστεί η αυτοάνοση ατροφική γαστρίτιδα εδώ.

Επιπλέον συχνά καταγράφεται η ταυτόχρονη εμφάνιση αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας και άλλων αυτοάνοσων καταστάσεων που μπορεί να προκαλέσουν αναιμία όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Αυτές οι καταστάσεις πρέπει να αποκλείονται στα πλαίσια της αναζήτησης της αιτίας της αναιμίας.

Μία από τις πιο συχνές αιτίες αναιμίας παγκοσμίως είναι η σιδηροπενική αναιμία, η οποία πολλές φορές βρίσκεται σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό.
Η δυσαπορρόφηση και οι διαταραχές στην περίοδο (αυξημένη αιμορραγία, ορμονικές αστάθειες) είναι τα αίτια της ανεπάρκειας και της αυξημένης απώλειας σιδήρου σε περίπτωση υποθυρεοειδισμού. Στα άτομα με υπολειτουργία του θυρεοειδούς παρουσιάζεται συνήθως υποχλωρυδρία, δηλαδή μειωμένη παραγωγή γαστρικού υγρού, η οποία μπορεί να επηρεάσει την απορρόφηση σιδήρου.
Μελέτη έδειξε μάλιστα ότι η απορρόφηση του σιδήρου που λαμβάνεται δια του στόματος σε γυναίκες με υποθυρεοειδισμό βελτιώνεται μετά τη θεραπεία με θυροξίνη. Αυτό αποδεικνύει ότι η ύπαρξη υποθυρεοειδισμού πρέπει να αποκλειστεί στους ασθενείς με σιδηροπενική αναιμία.

Αξίζει όμως να δούμε τα πράγματα και από την αντίστροφη πλευρά.
Είναι γνωστό ότι ο σίδηρος είναι απαραίτητος για να φτάσει το οξυγόνο σε όλες τις περιοχές του σώματος και αυτό βέβαια περιλαμβάνει και το θυρεοειδή αδένα. Ο σίδηρος, μαζί με άλλα μέταλλα, είναι επίσης σημαντικός για τη σύνθεση των θυρεοειδικών ορμονών. Ακόμα κι αν το σελήνιο είναι το κύριο ορυκτό που εμπλέκεται στη μετατροπή της Τ4 σε Τ3, ο σίδηρος παίζει επίσης ένα ρόλο σε αυτό. Σε μία μελέτη μάλιστα πριν κάποια χρόνια βρέθηκε ότι η έλλειψη σιδήρου μειώνει τη δραστικότητα του ενζύμου θυρεοειδική περοξιδάση (TPO), που είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή αυτή.
Ο σίδηρος είναι επίσης σημαντικός για το σχηματισμό της κορτιζόλης, που μπορεί με τη σειρά της να επηρεάσει την υγεία του θυρεοειδούς καθώς και για τη βέλτιστη υγεία του ανοσοποιητικού συστήματος, πράγμα το οποίο είναι σημαντικό για τους ασθενείς με αυτοάνοση νόσο του θυρεοειδούς, όπως νόσο του Graves και θυρεοειδίτιδα Hashimoto.
Από όλα τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι μία ανεπάρκεια σιδήρου μπορεί να έχει τόσο άμεση όσο και έμμεση επίδραση στην υγεία του θυρεοειδούς και πρέπει να αποκλείεται σε περίπτωση υποθυρεοειδισμού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η λήψη των συμπληρωμάτων σιδήρου σε ασθενείς που λαμβάνουν θυροξίνη πρέπει να ακολουθεί τουλάχιστον 2-3 ώρες μετά τη λήψη της θυροξίνης, καθώς μπορεί να επηρεάσει την απορρόφησή της. Διαβάστε και εδώ.


H συχνότητα εμφάνισης αναιμίας σε ασθενείς είναι υψηλή σε ασθενείς τόσο με υποκλινικό (φυσιολογικές Τ3, Τ4 και αυξημένη TSH) όσο και εμφανή υποθυρεοειδισμό.
Για τη διερεύνησή της πρέπει να υπολογίζονται οπωσδήποτε τα επίπεδα της βιταμίνη Β12, του σίδηρου και του φολικού οξέως. Η διερεύνησή της βασίζεται ακόμη στο ιστορικό του ασθενούς, τη συμπτωματολογία, τα κλινικά ευρήματα, τη μορφολογία των ερυθρών, το μέγεθος τους, στους ερυθροκυτταρικούς δείκτες, των αριθμό των δικτυοερυθροκυττάρων και σε άλλα εργαστηριακά ευρήματα.

Η αναιμία της χρόνιας νόσου είναι ο πιο κοινός τύπος αναιμίας σε ασθενείς που πάσχουν από υποθυρεοειδισμό, στοιχείο που μαρτυρά ότι η λειτουργία του θυρεοειδούς πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που έχουν αναιμία μεχρι τώρα αγνώστου αιτιολογίας.

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου, Ενδοκρινολόγος, Θεσσαλονίκη
www.endomed.gr

 

 

 

Facebooktwittergoogle_plusmail