family

Τι αποκαλύπτει έρευνα για τους συντρόφους και τους συγγενείς των ατόμων με κοιλιοκάκη;

Τόσο οι σύζυγοι όσο και οι συγγενείς πρώτου βαθμού των ασθενών με κοιλιοκάκη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης μιας άλλης αυτοάνοσης νόσου, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύεται τον Ιούλιο του 2015 στο περιοδικό Κλινική Γαστρεντερολογία και Ηπατολογία, το περιοδικό της Αμερικανικής Ένωσης Γαστρεντερολόγων.

«O επιπολασμός εμφάνισης της κοιλιοκάκης στους πρώτου βαθμού συγγενείς των ατόμων με κοιλιοκάκη αντιστοιχεί περίπου στο 10 τοις εκατό. Παρά τη διαπίστωση αυτή, λίγα είναι γνωστά σχετικά με τον κίνδυνο ανάπτυξης μιας άλλης αυτοάνοσης ασθένειας σε αυτά τα άτομα», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Louise Emilsson, MD, PhD, από το Πανεπιστήμιο του Όσλο.
Βρήκαμε πειστικά αποτελέσματα που μαρτυρούν ότι οι στενοί συγγενείς βρίσκονται επίσης σε κίνδυνο να αναπτύξουν αυτές τις νόσους, αλλά το πιο εκπληκτικό, είναι ότι διαπιστώσαμε ότι οι σύζυγοι μπορεί επίσης να είναι σε κίνδυνο.»

Οι ερευνητές πραγματοποίησαν μια μακροχρόνια μελέτη παρατηρώντας την ανάπτυξη  αυτοάνοσων ασθενειών όπως η νόσος του Crohn, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, ο υποθυρεοειδισμός, ο υπερθυρεοειδισμός, η ψωρίαση, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η σαρκοείδωση, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η ελκώδης κολίτιδα.
Η ανάλυση περιελάμβανε περισσότερους από 84.000 συγγενείς πρώτου βαθμού (πατέρας, μητέρα, αδέλφια και απόγονοι) και τους σύζυγους των ασθενών με κοιλιοκάκη. Συγκριτικά εξετάστηκαν 430.942 υγιή άτομα (ομάδα ελέγχου).

Κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης, η οποία κατά μέσο όρο αντιστοιχούσε σε 10,8 χρόνια, στο 4,3% των συγγενών των ατόμων με κοιλιοκάκη αναπτύχθηκε μία άλλη αυτοάνοση νόσος, σε σύγκριση με το 3,3%  στην ομάδα ελέγχου.
Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, ο διαβήτης τύπου Ι και η σαρκοείδωση ήταν αυτές που εμφανίστηκαν συχνότερα.

Ενώ ο αυξημένος κίνδυνος που διαπιστώθηκε στους συγγενείς πρώτου βαθμού των ατόμων με κοιλιοκάκη μπορεί να εξηγηθεί από τα κοινά γονίδια και το ρόλο που παίζει ο γενετικός παράγοντας, η συχνότερη εμφάνιση αυτοάνοσων νόσων στους συντρόφους επισημαίνει την επίδραση των περιβαλλοντικών παραγόντων.
Είναι επίσης πιθανό ότι οι σύντροφοι μοιράζονται χαρακτηριστικά του μικροβιώματος, γεγονός που ενδεχομένως να επηρεάσει τον κίνδυνο ανάπτυξης άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων.
Το μικροβίωμα είναι ένα περίπλοκο αλληλένδετο σύστημα μικροοργανισμών που ζει στο ανθρώπινο σώμα και είναι μοναδικό για κάθε άτομο, όπως το δακτυλικό αποτύπωμα. Καλύπτει κάθε επιφάνεια του σώματος και τον εντερικό σωλήνα σχηματίζοντας ένα εύθραυστο δίκτυο αλληλοεξαρτώμενων ζωντανών βακτηρίων.

Μια άλλη εξήγηση είναι ότι οι συγγενείς πρώτου βαθμού και οι σύντροφοι των ατόμων που πάσχουν από ένα αυτοάνοσο νόσημα, όπως η κοιλιοκάκη, είναι πιθανότερο να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή σε σύγκριση με το γενικό πληθυσμό.
Θα μπορούσε επίσης να σημαίνει ότι οι ιατροί οι οποίοι γνωρίζουν τον ασθενή με κοιλιοκάκη είναι πιο πιθανό να εξετάσουν τουλάχιστον τους συγγενείς πρώτου βαθμού για την ύπαρξη ενός αυτοάνοσου νοσσήματος.

Η κοιλιοκάκη είναι μια αυτοάνοση πάθηση που επηρεάζει το λεπτό έντερο, τα συμπτώματά της περιλαμβάνουν δυσαπορρόφηση, κοιλιακό άλγος και διάρροιες.
Στην περίπτωση αυτή, η αυτοάνοση διαδικασία ενεργοποιείται από τη γλιαδίνη, το ένα συστατικό της γλουτένης, μιας πρωτεΐνης που βρίσκεται στα δημητριακά όπως το σιτάρι, το κριθάρι, η σίκαλη και η βρώμη.
Περισσότερα για την κοιλιοκάκη και τη σχέση της με το θυρεοειδή μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

 

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, ειδικός ενδοκρινολόγος – διαβητολόγος
www.endomed.gr


sugarlips

Θυρεοειδής και διαβήτης: ένα παιχνίδι ορμονών!

Τι σχέση έχουν οι νόσοι του θυρεοειδούς και ο σακχαρώδης διαβήτης, οι δύο συχνότερες ενδοκρινικές διαταραχές;
Από τη μία πλευρά, οι θυρεοειδικές ορμόνες συμβάλλουν στη ρύθμιση του μεταβολισμού των υδατανθράκων. Aπό την άλλη, ο διαβήτης ως μεταβολική διαταραχή επηρεάζει τη θυρεοειδική λειτουργία!
Τι είναι σημαντικό να γνωρίζετε;

Συχνότητα διαταραχών του θυρεοειδούς στους ασθενείς με διαβήτη

  • Στη μελέτη NHANES III, μια έρευνα σε 17.353 άτομα από τις ΗΠΑ, ο υποθυρεοειδισμός βρέθηκε στο 4,6% και ο υπερθυρεοειδισμός στο 1,3% των ασθενών με διαβήτη.
    Στην ίδια μελέτη παρατηρήθηκε, ακόμη, ότι η συχνότητα δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς αυξάνονταν ανάλογα με την ηλικία και ο επιπολασμός των νόσων του θυρεοειδούς ήταν υψηλότερος στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες και στα διαβητικά άτομα σε σύγκριση με τους μη διαβητικούς.

Σε αρκετές έρευνες έχει επιβεβαιωθεί μια υψηλότερη από το κανονικό επίπτωση της δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς στο διαβητικό πληθυσμό.

Ιδιαίτερα, οι Perros et all. ανέφεραν μια συνολική συχνότητα της τάξης του 13,4% των παθήσεων του θυρεοειδούς αδένα σε διαβητικούς, με την υψηλότερη επικράτηση στις γυναίκες με διαβήτη τύπου 1 (31,4%) και τη χαμηλότερη στους άνδρες με τύπου 2 διαβήτη (6,9%).

  • 14 στους 100 Έλληνες που έχουν διαβήτη πάσχουν και από νόσο του θυρεοειδούς!

Οι διαταραχές του θυρεοειδούς βρέθηκαν να είναι πιο συχνές σε άτομα με διαβήτη τύπου 1 σε σύγκριση με εκείνους με διαβήτη τύπου 2.
Επιπλέον, μια σχεδόν τετραπλάσια αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας παρατηρήθηκε σε ασθενείς θετικούς σε GAD – αντισώματα.

Οι διαταραχές του θυρεοειδούς παραμένουν οι πιο συχνές αυτοάνοσες διαταραχές που σχετίζονται με διαβήτη τύπου 1.

Αυτό φάνηκε σε μια μελέτη με συμμετοχή 1419 παιδιών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, όπου το 3,5% είχε θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Επιπλέον,
θετικά αντισώματα ΤΡΟ εντοπίστηκαν στο 38% των παιδιών και φάνηκε να έχουν προγνωστική αξία για την ανάπτυξη κλινικού και υποκλινικού υποθυρεοειδισμού. Επί του παρόντος, τουλάχιστον τέσσερα κοινά γονίδια – γονίδια υπεύθυνα για την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 1 και αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας- έχουν ταυτοποιηθεί, συμπεριλαμβανομένων των HLA, CTLA-4, PTPN22 και Foxp3.

Περισσότερα για τη σχέση του διαβήτη τύπου 1 με τη θυρεοειδίτιδα Χασιμότο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Υποθυρεοειδισμός και διαβήτης

Η μειωμένη παραγωγής γλυκόζης από το ήπαρ που παρατηρείται σε περίπτωση υποθυρεοειδισμού είναι η κύρια αιτία για τη μείωση των αναγκών σε ινσουλίνη σε διαβητικούς ασθενείς με υπολειτουργία του θυρεοειδούς.
Υποτροπιάζοντα υπογλυκαιμικά επεισόδια μπορεί να αποτελούν ένδειξη ανάπτυξης υποθυρεοειδισμού σε ασθενείς με διαβήτη.
Η θεραπεία με θυρεοειδικές ορμόνες σε διαβήτη τύπου 1 μείωσε τις διακυμάνσεις στα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα σε μια πρόσφατη κλινική έρευνα.

Σε μια μελέτη με τύπου 1 διαβητικούς ασθενείς, τα άτομα με υποκλινικό υποθυρεοειδισμό είχαν συχνότερα επεισόδια υπογλυκαιμίας τους 12 μήνες πριν από τη διάγνωση του υποθυρεοειδισμού σε σύγκριση με ευθυρεοειδικούς διαβητικούς.

Από την άλλη πλευρά, τόσο ο κλινικός όσο και ο υποκλινικός υποθυρεοειδισμός έχουν αναγνωριστεί ως „ανθεκτικές στην ινσουλίνη” καταστάσεις.

Μια πρόσφατη μελέτη παρατηρήθηκαν υψηλότερα επίπεδα TSH σε ασθενείς με μεταβολικό σύνδρομο, στοιχείο που υποδηλώνει ότι ο υποκλινικός υποθυρεοειδισμός μπορεί να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη μεταβολικού συνδρόμου. Θεωρείται λοιπόν, όχι άδικα, σκόπιμο να αποκλειστεί ο υποθυρεοειδισμός σε όλους τους νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με μεταβολικό σύνδρομο.
Διαβάστε περισσότερα για την TSH εδώ.

Σύμφωνα με μια άλλη έρευνα, η παρουσία υποκλινικού υποθυρεοειδισμού αυξάνει τον κίνδυνο για την ανάπτυξη νεφροπάθειας σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 , γεγονός που θα μπορούσε να αποδοθεί στη μείωση της καρδιακής απόδοσης και στην αύξηση της περιφερικής αγγειακής αντίστασης και την προκύπτουσα μείωση της νεφρικής ροής και του ρυθμού σπειραματικής διήθησης.

Όσον αφορά τη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια πρόσφατα αποδείχθηκε ότι οι διαβητικοί ασθενείς με υποκλινικό υποθυρεοειδισμό έχουν πιο σοβαρού βαθμού αμφιβληστροειδοπάθεια σε σύγκριση με τους ευθυρεοειδικούς ασθενείς με διαβήτη.

Ο αυξημένος κίνδυνος της αμφιβληστροειδοπάθειας και νεφροπάθειας που παρατηρείται σε διαβητικούς ασθενείς με υποκλινικό υποθυρεοειδισμό παρέχει απόδειξη υπέρ του screening των ασθενών με διαβήτη τύπου 2 για τυχόν δυσλειτουργίες του θυρεοειδούς.

 

Υπερθυρεοειδισμός και διαβήτης

Ο υπερθυρεοειδισμός έχει από καιρό ενοχοποιηθεί για την προώθηση της υπεργλυκαιμίας.
Σε περίπτωση υπερθυρεοειδισμού ο χρόνος ημίσειας ζωής της ινσουλίνης μειώνεται, πιθανότατα λόγω του αυξημένου ρυθμού αποικοδόμησης και ενισχυμένης απελευθέρωσης βιολογικά αδρανών, πρόδρομων της ινσουλίνης, πρωτεΐνών.

Ένας άλλος μηχανισμός που εξηγεί τη σχέση μεταξύ υπερθυρεοειδισμού και υπεργλυκαιμίας είναι η αύξηση της απορρόφησης της γλυκόζης στο έντερο που προκαλείται από την περίσσεια των θυρεοειδικών ορμονών.

Ακόμη, η ενδογενής παραγωγή γλυκόζης ενισχύεται σε κατάσταση υπερθυρεοειδισμού.
Οι θυρεοειδικές ορμόνες προκαλούν μια αύξηση στη συγκέντρωση του GLUT2, που είναι ο κύριος μεταφορέας γλυκόζης στο ήπαρ. Τα αυξημένα επίπεδα της GLUT-2 συμβάλλουν στην αυξημένη ηπατική παραγωγή γλυκόζης και στον ανώμαλο μεταβολισμό της γλυκόζης.

  • Προσοχή χρειάζεται, τέλος, στα φάρμακα που παίρνουν οι διαβητικοί, όταν παράλληλα υπάρχει και νόσος του θυρεοειδούς.
  • Σύμφωνα με μία πρόσφατη έρευνα, η μετφορμίνη, φάρμακο πρώτης γραμμής στο διαβήτη, μειώνει τα επίπεδα TSH σε ασθενείς που λαμβάνουν θυροξίνη.
  • Οι γλιταζόνες, άλλες αντιδιαβητικές ουσίες, ενδέχεται να επιδεινώσουν την οφθαλμοπάθεια σε πάσχοντες από νόσο του Graves.
  • Οι στατίνες, φάρμακα που χρησιμοποιούνται ευρέως κατά της δυσλιπιδαιμίας, προκαλούν πολύ συχνότερα μυοπάθειες σε όταν συνυπάρχει υποθυρεοειδισμός.

Το συμπέρασμα;

Ο συστηματικός έλεγχος του θυρεοειδούς σε διαβητικούς ασθενείς μπορεί να αποβεί ευνοϊκός καθώς η αντιμετώπιση των θυρεοειδικών διαταραχών συμβάλλει στον καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο και στην αποφυγή των επιπλοκών του διαβήτη.

Μια αρχική προσέγγιση περιλαμβάνει τις εργαστηριακές τιμές του θυρεοειδούς (TSH, fT3, fT4), τα αντιθυρεοειδικά αντισώματα καθώς και ένα υπερηχογράφημα του θυρεοειδούς αδένα.

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου, ειδικός ενδοκρινολόγος – διαβητολόγος
www.endomed.gr