showcase_1

Καρκίνος θυρεοειδούς: συμπτώματα και θεραπεία

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς είναι ο πιο συχνός ενδοκρινικός καρκίνος. Ποια όμως είναι τα συμπτώματά του και ποια η κατάλληλη θεραπεία;
Η συχνότητα εμφάνισης του καρκίνου του θυρεοειδούς έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
Ο καρκίνος του θυρεοειδούς μπορεί να εμφανιστεί σε όλες τις ηλικίες, από τα παιδιά μέχρι τους ηλικιωμένους, με σαφή προτίμηση στο γυναικείο φύλο.

Η αλήθεια είναι ότι πολλοί ασθενείς, ειδικά στα πρώτα στάδια του καρκίνου του θυρεοειδούς, δεν εμφανίζουν συμπτώματα.
Ωστόσο, κατά την ανάπτυξη του καρκινικού όγκου, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν ένα αίσθημα «ξένου σώματος» στο λαιμό, βραχνάδα ή δυσκολία στην ομιλία, διόγκωση των λεμφαδένων, δυσκολία στην κατάποση ή την αναπνοή και πόνο στο λαιμό ή τον αυχένα.
Στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή τα παραπάνω συμπτώματα κάνουν την εμφάνισή τους, το υπερηχογράφημα του θυρεοειδούς αποκαλύπτει στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων τον καρκινικό όζο.
Περαιτέρω πληροφορίες θα δώσουν στη συνέχεια η παρακέντηση του υπερηχογραφικά «ύποπτου» όζου καθώς και το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς αδένα.

Υπάρχουν τέσσερις βασικοί τύποι καρκίνου του θυρεοειδούς: ο θηλώδης, ο θυλακιώδης, ο μυελοειδής και ο αναπλαστικός.

Τα θηλώδη και θυλακιώδη καρκινώματα του θυρεοειδούς αναφέρονται ως καλά διαφοροποιημένα καρκινώματα του θυρεοειδούς και αποτελούν το 80-90% όλων των καρκίνων του θυρεοειδούς. Η θεραπεία και η διαχείρισή τους είναι παρόμοια. Εάν ανιχνευθούν έγκαιρα, τόσο τα θηλώδη όσο και τα θυλακιώδη καρκινώματα του θυρεοειδούς μπορεί να αντιμετωπιστούν με επιτυχία.

Το μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς (MTC) αντιπροσωπεύει το 3-4% όλων των καρκίνων του θυρεοειδούς.

Ο μυελοειδής καρκίνος αντιμετωπίζεται επιτυχώς εάν βρεθεί πριν εξαπλωθεί σε άλλα μέρη του σώματος. Υπάρχουν δύο τύποι μυελοειδούς καρκίνου του θυρεοειδούς: ο σποραδικός και η οικογενής.
Γενετικός έλεγχος (του RET πρωτο-ογκογονιδίου) θα πρέπει να πραγματοποιείται σε όλους τους ασθενείς με MTC.
Περισσότερα για το μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Το αναπλαστικό καρκίνωμα του θυρεοειδούς είναι η λιγότερο συχνή μορφή καρκίνου και αντιπροσωπεύει μόνο το 1-2% όλων των καρκίνων του θυρεοειδούς. Αυτό το είδος καρκίνου είναι δύσκολο να ελεγχθεί και να ιαθεί, θεωρείται ένας πολύ επιθετικός τύπος καρκίνου του θυρεοειδούς.

Οι δυνατότητες αντιμετώπισης του καρκίνου του θυρεοειδούς περιλαμβάνουν τη χειρουργική επέμβαση, τη θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο, τη θεραπεία με εξωτερική ακτινοβολία και τη χημειοθεραπεία.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ασθενείς υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του μεγαλύτερου μέρους του θυρεοειδούς αδένα. Η έλλειψη των θυρεοειδικών ορμονών στη συνέχεια αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση των ορμονών του θυρεοειδούς σε μορφή δισκίου εφ’ όρου ζωής.

Για τους ασθενείς με θηλώδη και θυλακιώδη καρκίνο του θυρεοειδούς, η δόση υποκατάστασης των ορμονών του θυρεοειδούς μετεγχειρητικά θα πρέπει σε κάποιες περιπτώσεις να είναι -για το διάστημα που θα καθορίσει ο ενδοκρινολόγος- αρκετά υψηλή για να «καταστείλει» τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH) σε χαμηλά επίπεδα, έτσι ώστε να αποτραπεί η ανάπτυξη και των ελαχίστων καρκινικών κυττάρων που ενδεχομένως να μην έχουν εξαλειφθεί με την επέμβαση.

Οι προδιαθεσικοί παράγοντες για την ανάπτυξη καρκίνου του θυρεοειδούς περιλαμβάνουν το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του θυρεοειδούς, το φύλο (στις γυναίκες εμφανίζεται συχνότερα), η ηλικία (στην πλειοψηφία των περιπτώσεων εμφανίζεται σε άτομα άνω των 40 ετών) καθώς και η πρωτύτερη έκθεση του θυρεοειδούς αδένα σε ακτινοβολία.

Ενώ η πρόγνωση για τους περισσότερους ασθενείς με καρκίνο του θυρεοειδούς είναι πολύ καλή, το ποσοστό υποτροπής μπορεί να είναι μέχρι 30% και υποτροπές μπορεί να παρατηρηθούν ακόμη και δεκαετίες μετά την αρχική διάγνωση. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό οι ασθενείς να παρακολουθούνται τακτικά από τον ενδοκρινολόγο τους.
Η παρακολούθηση πρέπει να συνεχιστεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ασθενούς.

Η περιοδική παρακολούθηση μετά από αφαίρεση καρκίνου του θυρεοειδούς περιλαμβάνει μια ανασκόπηση του ιατρικού ιστορικού, μαζί με επιλεγμένες εξετάσεις αίματος, κατάλληλες για τον τύπο του καρκίνου του θυρεοειδούς και το στάδιο της επεξεργασίας (TSH, θυρεοσφαιρίνη, CEA, καλσιτονίνη), όπως και την κλινική εξέταση και τις τεχνικές απεικόνισης του θυρεοειδούς αδένα αλλά και ολόκληρου του σώματος για τον αποκλεισμό μεταστατικών εστιών – υπερηχογράφημα, ολόσωμο σπινθηρογράφημα του σώματος με ραδιενεργό ιώδιο , ακτινογραφία θώρακος, CT, MRI, PET και άλλες δοκιμές.

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD,  ειδικός ενδοκρινολόγος
www.endomed.gr

 

Νέα για την πιθανή σχέση της θυρεοειδίτιδας Χασιμότο με τον καρκίνο του θυρεοειδούς μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

 

 


thyroid lab report

Τι είναι η θυρεοσφαιρίνη (Tg) και γιατί είναι σημαντική;

Η θυρεοσφαιρίνη (TG) είναι μια πρωτεΐνη που παράγεται στα κύτταρα του θυρεοειδούς αδένα και είναι ουσιαστικά η μορφή αποθήκευσης των θυρεοειδικών ορμονών (Τ3 και Τ4).
Σε ειδικές θέσεις της συνδέονται τα μόρια ιωδίου ώστε να σχηματιστούν αργότερα η θυροξίνη (Τ4) και η τριιωδοθυρονίνη (Τ3).

Τα φυσιολογικά όρια για την TG σε ευθυρεοειδικά ενήλικα άτομα, με επαρκή πρόσληψη ιωδίου και αρνητικά αντιθυρεοειδικά αντισώματα κυμαίνονται συνήθως μεταξύ 3 και 30 ng/ml, αλλά πολλά εργαστήρια «δίνουν» ανώτερες φυσιολογικές τιμές μέχρι και 70ng/ml.
Στο 87% των φυσιολογικών ατόμων τα επίπεδα της θυρεοσφαιρίνης κυμαίνονται στα <10 ng/mL ή <10 µg/L.
Τα νεογνά έχουν γενικά υψηλότερα επίπεδα θυρεοσφαιρίνης που επανέρχονται στα επίπεδα των ενηλίκων στην ηλικία των 2 ετών.
Τα επίπεδα της θυρεοσφαιρίνης ορού μετά από ολική θυρεοειδεκτομή βρίσκονται συνήθως <5 ng/mL ή <5 µg/L.


Τα επίπεδα θυρεοσφαιρίνης στο αίμα χρησιμοποιούνται κυρίως μετεγχειρητικά ως δείκτης για τους διαφοροποιημένους καρκίνους του θυρεοειδούς, το θηλώδες και το θυλακιώδες καρκίνωμα του θυρεοειδούς. 

Η θυρεοσφαιρίνη δεν παράγεται από το μυελοειδές και το αναπλαστικό καρκίνωμα του θυρεοειδούς.

Ο προσδιορισμός της TG και η χρήση της ως καρκινικoύ δείκτη
αποκτά σημασία μόνο μετά από ολική θυρεοειδεκτομή ή/ και καταστροφή των θυρεοειδικών υπολλειμμάτων με ραδιενεργό ιώδιο.
Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη είναι για την εκτίμηση της μετεγχειρητικής πορείας του ασθενούς, στο πλαίσιο της παρακολούθησης μετά από θυρεοειδεκτομή για την αφαίρεση καρκίνου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα επίπεδα της θυρεοσφαιρίνης μπορεί να παραμείνουν αυξημένα για κάποιους μήνες μετά τη θυρεοειδεκτομή. Αυτό σημαίνει ότι η μέτρησή της δε πρέπει να αξιολογείται νωρίτερα από 3-6 μήνες μετά από την επέμβαση ή τη θεραπεία με το ιώδιο.
Μια μεταγενέστερη ανύψωση των επιπέδων της θυρεοσφαιρίνης είναι μια ένδειξη υποτροπής της νόσου.

Μία όμως μη ανιχνεύσιμη θυρεοσφαιρίνη, όταν υπολογίζεται ενώ λαμβάνεται από τον ασθενή θυροξίνη, δεν αποκλείει υποτροπή ή μετάσταση.
Μάλιστα έχει αναφερθεί ότι γύρω στο 1/3 των ασθενών με λεμφαδενικές μεταστάσεις και το 1/10 αυτών με εξωθυρεοειδικές μεταστάσεις δεν εμφανίζουν ανιχνεύσιμες τιμές θυρεοσφαιρίνης υπό αγωγή με θυροξίνη.
Αν η θυρεοσφαιρίνη είναι ανιχνεύσιμη με κατεσταλμένη TSH , η υποτροπή είναι πολύ πιθανή καθώς αυτή θα αυξηθεί περαιτέρω όταν αυξηθεί η TSH.

Μη ανιχνεύσιμη θυρεοσφαιρίνη μετά από αύξηση της TSH είναι ενδεικτική απουσίας τοπικών υποτροπών και απομακρυσμένων μεταστάσεων και ισχυρός δείκτης αποτελεσματικής θεραπείας.
Θεωρητικά μόνο ελάχιστο ποσοστό των ασθενών αυτών παρουσιάζει υποτροπή 3 χρόνια μετά τη θεραπεία.


Σημαντική επίσης είναι η αξιολόγηση των επιπέδων της TG σε περιπτώσεις που οι όζοι εμφανίζονται «ύποπτοι» στο υπερηχογράφημα του θυρεοειδούς και το αποτέλεσμα της βιοψίας του όζου δεν είναι σαφές. Στις περιπτώσεις αυτές, αυξημένα επίπεδα TG είναι αρκετές φορές ενδεικτικά κακοήθειας.

Aυξημένες τιμές θυρεοσφαιρίνης βρίσκονται κάποιες φορές και σε άλλες, μη κακοήθεις νόσους του θυρεοειδούς όπως:

αλλά σπάνια και σε τερατώματα της ωοθήκης που περιέχουν θυρεοειδικό ιστό (struma ovarii) και σε χοριοκαρκινώματα.
Αυξάνεται ακόμη σε ηπατική ανεπάρκεια και κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης.


Πολύ συχνά τα αποτελέσματα θυρεοσφαιρίνης μπορεί να περιπλέκονται από την παρουσία αντισωμάτων έναντι της θυρεοσφαιρίνης (αντι – Tg), που συχνά αναφέρονται ως TgAb.

Τα αντισώματα κατά της θυρεοσφαιρίνης είναι παρόντα σε περίπου 10% των υγιών ατόμων αξίας άτομα και σε ένα περίπου διπλάσιο ποσοστό των ασθενών με καρκίνωμα του θυρεοειδούς (20-25%). Αυτά τα αντισώματα εξαφανίζονται από την κυκλοφορία συνήθως 2 περίπου έτη μετά από τη θυρεοειδεκτομή και την καταστροφή του θυρεοειδικού υπολείμματος με ραδιενεργό ιώδιο.
Η παρουσία των αντισωμάτων μπορεί να οδηγήσει σε εύρεση ψευδώς χαμηλών (ή σπάνια ψευδώς υψηλών) επιπέδων θυρεοσφαιρίνης.
Τα αντισώματα κατά της θυρεοσφαιρίνης συχνά ανευρίσκονται σε ασθενείς με θυρεοειδίτιδα Χασιμότο ή νόσο του Graves.

Σας έχει γίνει ποτέ μέτρηση θυρεοσφαιρίνης; Με ποια αφορμή;
Γράψτε μας τις εμπειρίες σας στο forum!

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου, Ενδοκρινολόγος – Θεσσαλονίκη