woman-hand-abdomen

Τι είναι η ωχρινοποτρόπος ορμόνη (LH) και γιατί είναι σημαντική;

Η ωχρινοποιητική ορμόνη ή ωχρινοτρόπος ορμόνη ή ωχρινοτροπίνη (LH) παράγεται από την υπόφυση και αποτελεί μία από τις κύριες ορμόνες που ελέγχουν το αναπαραγωγικό σύστημα.

Τι είναι η ωχρινοποιητική ή ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH);

H ωχρινοποιητική ορμόνη είναι μια ορμόνη που παράγεται και απελευθερώνεται από κύτταρα της υπόφυσης. Είναι σημαντική για τη ρύθμιση της λειτουργίας των όρχεων στους άνδρες και των ωοθηκών στις γυναίκες.

Στους άνδρες, η ωχρινοτρόπος ορμόνη διεγείρει τους όρχεις για να παράγουν τεστοστερόνη, η οποία δρα τοπικά για να υποστηρίξει την παραγωγή του σπέρματος. Η τεστοστερόνη επιδρά ακόμη στην ανάπτυξη των ανδρικών χαρακτηριστικών.

Στις γυναίκες, η ωχρινοτρόπος ορμόνης κατέχει σημαντικό ρόλο στον εμηνορροϊκό κύκλο.
Τις  δύο πρώτες εβδομάδες του κύκλου, η ωχρινοτρόπος ορμόνη απαιτείται για να αρχίσουν τα ωοθυλάκια στην ωοθήκη να παράγουν οιστρογόνα με κύριο εκπρόσωπο την οιστραδιόλη. Περίπου τη 14 ημέρα του κύκλου, μία απότομη αύξηση της ωχρινοτρόπου ορμόνης προκαλεί την ωορρηξία. Για το υπόλοιπο του κύκλου, τη λεγόμενη ωχρινοποιητική φάση, τα απομεινάρια του ωοθυλακίου σχηματίζουν ένα ωχρό σωμάτιο. Η ωχρινοποιητική ορμόνη στη διάρκεια της φάσης αυτής διεγείρει το ωχρό σωμάτιο να παράγει την προγεστερόνη που απαιτείται για να υποστηρίξει την κύηση στα πρώτα στάδια, εάν συμβεί γονιμοποίηση.

 

Τι συμβαίνει αν η ωχρινοτρόπος ορμόνη είναι αυξημένη;

Αρκετά υψηλές τιμές ωχρινοτρόπου ορμόνης μπορεί να είναι μια ένδειξη υπογονιμότητας. Δεδομένου ότι η έκκριση της ωχρινοτρόπου ορμόνης ελέγχεται αυστηρά από τον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-γονάδων, τα υψηλά επίπεδα ωχρινοτρόπου ορμόνης στην κυκλοφορία του αίματος μπορεί να δείχνουν μειωμένη παραγωγή φυλετικών στεροειδών (οιστρογόνα, τεστοστερόνη) από τους όρχεις ή τις ωοθήκες (π.χ., όπως στην πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια / πρόωρη εμμηνόπαυση).

Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών είναι μια συχνή κατάσταση στις γυναίκες που σχετίζεται με υψηλά επίπεδα ωχρινοτρόπου ορμόνης και μειωμένη γονιμότητα. Σε αυτή την κατάσταση, μια ανισορροπία μεταξύ της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) μπορεί να διεγείρει την ακατάλληλη παραγωγή της τεστοστερόνης.

Γενετικές ανωμαλίες, όπως το σύνδρομο Klinefelter και το σύνδρομο Turner, μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε υψηλά επίπεδα ωχρινοποιητικής ορμόνης.
Το σύνδρομο Klinefelter είναι μία διαταραχή που εμφανίζεται στους άνδρες και το αποτέλεσμα είναι ένα επιπλέον χρωμόσωμα Χ. Ως αποτέλεσμα αυτού, οι όρχεις είναι μικροί και δεν εκκρίνουν επίπεδα τεστοστερόνης ικανά να υποστηρίξουν την παραγωγή σπέρματος.
Το σύνδρομο Turner είναι μια διαταραχή που εμφανίζεται στο γυναικείο φύλο και προκαλείται από μια μερική ή πλήρη διαγραφή ενός χρωμοσώματος Χ. Στις ασθενείς, η ωοθηκική λειτουργία είναι μειωμένη και, ως εκ τούτου η ωχρινοτρόπος ορμόνη αυξάνεται για να τονώσει την παραγωγή των οιστρογόνων από τις ωοθήκες.

Υψηλά επίπεδα LH και FSH είναι φυσιολογικά στην περίοδο της εμμηνόπαυσης.

Τι σημαίνει μια χαμηλή τιμή ωχρινοτρόπου ορμόνης;

Χαμηλές ποσότητες ωχρινοτρόπου ορμόνης οδηγούν επίσης σε υπογονιμότητα σε άνδρες και γυναίκες καθώς ικανά επίπεδα ωχρινοτρόπου ορμόνης είναι απαραίτητα για την υποστήριξη της λειτουργίας των όρχεων ή των ωοθηκών.

Στους άνδρες, ένα παράδειγμα κατάστασης με χαμηλά επίπεδα ωχρινοτρόπου ορμόνης είναι το σύνδρομο Kallmann, η οποία συνδέεται με ανεπάρκεια απελευθέρωσης των εκλυτικών ορμονών των γοναδοτροπινών από τον υποθάλαμο.

Στις γυναίκες, η έλλειψη ωχρινοτρόπου ορμόνης οδηγεί στην απουσία ωορρηξίας και στην ανηνόρροια, δηλαδή την απουσία της περιόδου.

Πώς επιδρά ο υποθυρεοειδισμός στην έκκριση της LH και την ωορρηξία;

Ο υποθυρεοειδισμός πιθανώς παρεμποδίζει την ωορρηξία μέσω της αύξησης των κυκλοφορούντων οιστρογόνων. Αυτή η αύξηση των οιστρογόνων μπορεί να οφείλεται στο μειωμένο μεταβολισμό των οιστρογόνων στο ήπαρ, που συμβαίνει σε περίπτωση υποθυρεοειδισμού ή στα μειωμένα επίπεδα της πρωτεΐνης που δεσμεύει τα οιστρογόνα στην κυκλοφορία (SHBG).
Αυτή η αύξηση των οιστρογόνων μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη των ωοθυλακίων και την αύξηση των LH και FSH, που απαιτείται στο μέσο του κύκλου για την κανονική ωορρηξία.

Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί επίσης να επηρεάσει την ωορρηξία μέσω της αύξησης της TRH.
Τα μειωμένα κυκλοφορούντα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών προκαλούν μια αυξημένη έκκριση της TRH, της ορμόνης του υποθαλάμου οποία δρα με τη σειρά της στην υπόφυση για να απελευθερωθεί θυρεοτροπίνη (TSH).
Αυξημένα επίπεδα TRH ενδέχεται όμως να οδηγήσουν και σε απελευθέρωση άλλων ορμονών από την υπόφυση, όπως η προλακτίνη.
Τα αυξημένα επίπεδα προλακτίνης είναι γνωστό ότι επηρεάζουν αρνητικά την ωορρηξία.

 

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, ειδικός ενδοκρινολόγος – διαβητολόγος
www.endomed.gr