greek alphabet1

Το αλφαβητάρι των ορμονών

Πείτε ότι είμαστε στο σχολείο και κάνουμε σήμερα τα πρώτα βήματα στον κόσμο των ορμονών! Ένα σωρό όργανα στο σώμα μας δουλεύουν ταυτόχρονα και παράγουν παράλληλα ορμόνες που δρουν συνεργικά, είτε τοπικά είτε απομακρυσμένα, για να λειτουργούν όλα ρολόι! Ποιος γνωρίζει ήδη για ποια καθημερινά πράγματα είναι σημαντική η κάθε ορμόνη;
Για να ρίξουμε μια ματιά στην ΑΒ των ορμονών!

Α
Αδρενοκορτικοτρόπος ορμόνη (ACTH), γνωστή και ως φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ή κορτικοτροπίνη: εκκρίνεται από την υπόφυση και διεγείρει τη σύνθεση της κορτιζόλης από το φλοιό των επινεφριδίων.
Αδρεναλίνη : γνωστή και ως επινεφρίνη, ορμόνη που παράγεται από τα επινεφρίδια, ως απόκριση στο ερέθισμα της άσκησης ή του άγχους
Αυξητική ορμόνη : παράγεται από την υπόφυση και προκαλεί την αύξηση των ιστών, τη σύνθεση πρωτεϊνών καθώς και την παραγωγή ενέργειας από την κινητοποίηση λιπών
Αλδοστερόνη : Στεροειδής ορμόνη που παράγεται από τα επινεφρίδια. Δρα στο νεφρώνα, τη λειτουργική μονάδα του νεφρού και προκαλεί επαναρρόφηση νατρίου και νερού, την απέκκριση καλίου και αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Β
β- χοριακή γοναδοτροπίνη (β-HCG) : η ορμόνη της εγκυμοσύνης, παράγεται από τον πλακούντα μετά την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου και ανιχνεύεται περίπου μια εβδομάδα μετά τη γονιμοποίηση

Γ
Γκρελίνη : η «ορμόνη της πείνας», πεπτίδιο που παράγεται στο γαστρεντερικό σωλήνα και λειτουργεί στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Πέρα από τη ρύθμιση της πείνας και της όρεξης, παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της κατανομής της ενέργειας.
Γλυκαγόνη: Παράγεται από το πάγκρεας όταν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα είναι χαμηλά και προκαλεί αύξηση της γλυκόζης του αίματος.

Δ
Δ4 – Ανδροστενδιόνη : ένα ασθενές ανδρογόνο που παράγεται σε ίσες ποσότητες από τα επινεφρίδια και τις ωοθήκες σε φυσιολογικές γυναίκες. Υπέρμετρη παραγωγή ανδροστενεδιόνης μπορεί να προκαλέσει υπερτρίχωση.
Διϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA) : Φυσική στεροειδής ορμόνη που παράγεται από τη χοληστερόλη στα επινεφρίδια. Έχει παρόμοια χημική δομή με την τεστοστερόνη και τα οιστρογόνα και μετατρέπεται εύκολα σε αυτές τις ορμόνες. Διαβάστε και εδώ.

Ε
Επίφυση : Ενδοκρινής αδένας του σώματος, παράγει την ορμόνη μελατονίνη
Eπινεφρίδια : Ενδοκρινείς αδένες που βρίσκονται εκατέρωθεν στον άνω πόλο του σύστοιχου νεφρού και παράγουν σημαντικές ορμόνες όπως η κορτιζόλη και οι κατεχολαμίνες
Ενδορφίνες: Οι «ορμόνες» της ευτυχίας. Παράγονται κυρίως στην υπόφυση και τον υποθάλαμο, αποτελούν την κύρια ομάδα των ενδογενών οπιοειδών. Η κύρια δράση τους, ωστόσο, είναι η μείωση του στρες και η αναλγησία (συγκεκριμένα, έχουν 20-50 φορές ισχυρότερη αναλγητική δράση από τη μορφίνη)
Ερυθροποιητίνη : Παράγεται στα νεφρά και διεγείρει τον σχηματισμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων

Θ
Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη ή Θυρεοτροπίνη (TSH): Ορμόνη που παράγεται από την υπόφυση και ρυθμίζει την παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών από το θυρεοειδή αδένα
Θυρεοειδής αδένας: Ρυθμίζει την παραγωγή, τη χρήση και την αποθήκευση ενέργειας σε όλο το σώμα και λειτουργεί σαν το θερμοστάτη για τα κύτταρα του οργανισμού. Παράγει βασικά 2 ορμόνες, τη θυροξίνη (Τ4) και την τριιωδοθυρονίνη (Τ3), που ρυθμίζουν μεταξύ άλλων την ωρίμανση του σκελετού και του εγκεφάλου του εμβρύου, το μεταβολισμό, το ρυθμό συσταλτικότητας της καρδιάς, την κινητικότητα του εντέρου, την αποδόμηση των οστών.
Θυροξίνη (Τ4): Ορμόνη του θυρεοειδούς αδένα

Ι
Ινσουλίνη: Παράγεται από τα Β- κύτταρα του παγκρέατος. Παίζει πρωτεύοντα ρόλο στον μεταβολισμό των υδατανθράκων. Δρα σε όλους τους ιστούς του σώματος (ιδιαίτερα όμως στο ήπαρ, στους μύες και στο λιπώδη ιστό), βοηθώντας στην πρόσληψη της γλυκόζης από τα κύτταρα.

Κ
Κορτιζόλη : Ορμόνη, το κύριο φυσικό γλυκοκορτικοειδές που συντίθεται από τα επινεφρίδια. Προκαλεί απώλεια μυϊκής μάζας, εναπόθεση λίπους, υπεργλυκαιμία, αντίσταση στην ινσουλίνη, οστεοπόρωση, καταστολή της ανοσολογικής αντίδρασης και ελαττωμένη παραγωγή συνδετικού ιστού που μπορεί να οδηγήσει σε φτωχή επούλωση τραυμάτων. Θεωρείται η κατεξοχήν ορμόνη του στρες. Όταν το στρες αυξάνει σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα (όπως στην κατάθλιψη), τα επίπεδα της κορτιζόλης στον οργανισμό είναι υψηλά και προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες, φθείροντας τον οργανισμό.
Καλσιτονίνη: Ορμόνη που παράγεται από τα C- κύτταρα του θυρεοειδούς αδένα και παίζει ρόλο στο μεταβολισμό του ασβεστίου. Δείτε εδώ πώς.
Κατεχολαμίνες : Ο μυελός των επινεφριδίων εκκρίνει τις ορμόνες αδρεναλίνη (επινεφρίνη) και νοραδρεναλίνη (νορεπινεφρίνη) που ονομάζονται και κατεχολαμίνες, επειδή είναι παράγωγα μιας αρωματικής αλκοόλης, της κατεχόλης.

Λ
Λεπτίνη:  Δρα στον εγκέφαλο ρυθμίζοντας την όρεξη. Όταν η συγκέντρωση λίπους ξεπεράσει το προκαθορισμένο επίπεδο, η παραγωγή της αυξάνεται, ώστε να δοθεί η εντολή για μείωση της όρεξης. Όταν η συγκέντρωση λίπους πέσει κάτω από το κανονικό, η παραγωγή της λεπτίνης μειώνεται, προκαλώντας αύξηση της όρεξης. Η έλλειψή της οδηγεί στην ανεξέλεγκτη πρόσληψη τροφής.

Μ
Μελατονίνη : Η ορμόνη του ύπνου. Παράγεται από την επίφυση. Η σύνθεση και έκκρισή της ενεργοποιούνται από το σκοτάδι και απενεργοποιούνται από το φως και έτσι βοηθά τον οργανισμό μας να γνωρίζει πότε είναι ώρα να κοιμηθούμε και πότε να ξυπνήσουμε.

Ν
Νοραδρεναλίνη: Παράγεται αστο μυελό των επινεφριδίων σε απάντηση στο στρες. Υψηλές συγκεντρώσεις στον ορό και τα ούρα μπορεί να οφείλονται σε ένα συγκεκριμένο όγκο των επινεφριδίων, το φαιοχρομοκύττωμα.
Ντοπαμίνη: Nευροδιαβιβαστής που απελευθερώνεται από τον εγκέφαλο. Παίζει σημαντικό ρόλο στη μνήμη, τη συμπεριφορά και τη γνωστική λειτουργία, την αναστολή της παραγωγής προλακτίνης, τη διάθεση και τη μάθηση.

Ο
Οιστρογόνα: Οι ορμόνες του γυναικείου φύλου, που παράγονται στις ωοθήκες των γυναικών και παίζουν σημαντικό ρόλο στην επίτευξη της ωορρηξίας κάθε μήνα. Tα κυριότερα οιστρογόνα στις γυναίκες είναι η οιστρόνη (Ε1), η οιστραδιόλη (Ε2) και η οιστριόλη (Ε3). Η οιστραδιόλη είναι το κυρίαρχο οιστρογόνο κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου. Κατά την εμμηνόπαυση η οιστρόνη είναι το κυρίαρχο οιστρογόνο, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης η οιστριόλη.
Οστεοκαλσίνη:  Παράγεται αποκλειστικά από τους οστεοβλάστες των οστών, οι μετρήσεις οστεοκαλσίνης αποτελούν έναν ειδικό δείκτη οστικής δραστηριότητας. Τα αυξημένα επίπεδα της οστεοκαλσίνης αντανακλούν νέα οστεοβλαστική σύνθεση και όχι οστική απορρόφηση.

Π
Προλακτίνη: Oρμόνη που παράγεται στα λακτοτρόπα κύτταρα στην πρόσθια υπόφυση και είναι κυρίως υπεύθυνη για την ανάπτυξη του μαστικού αδένα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και την έκκριση γάλακτος κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, καθώς και για ψυχολογικές λειτουργίες. Διαβάστε εδώ πότε είναι παθολογικά αυξημένη η προλακτίνη.
Προγεστερόνη: Ορμόνη που παράγεται φυσιολογικά στο σώμα για να διασφαλίσει την πάχυνση του ενδομητρίου, για τη διευκόλυνση της εμφύτευσης του εμβρύου κατά τις πρώτες ημέρες της εγκυμοσύνης και την ανάπτυξή του. Περισσότερα για τη δράση της προγεστερόνης θα βρείτε εδώ.

Ρ
Ρενίνη : Ορμόνη που παράγεται από τα νεφρά και βοηθά στον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης και στη διατήρηση της ισορροπίας των υγρών.

Σ
Σεροτονίνη:  Η ορμόνη της καλής διάθεσης. Είναι εν μέρει υπεύθυνη για τη διάθεση και τη μνήμη μας και θεωρείται σημαντική για την έλευση του ύπνου. Μάλιστα, σε ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη έχουν παρατηρηθεί μειωμένα επίπεδα σεροτονίνης στον εγκέφαλό τους.
Σωματοστατίνη: Η σωματοστατίνη είναι μια ορμόνη που εκκρίνεται από το παγκρέατος. Παράλληλα εκκρίνεται και από τον υποθάλαμο, όπου ασκεί ανασταλτική επίδραση στην έκκριση αυξητικής ορμόνης από τον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης. Ασκεί ακόμη ανασταλτική δράση στην έκκριση ινσουλίνης και γλυκαγόνης.

Τ
Τεστοστερόνη: Η βασική ανδρική ορμόνη. Στις γυναίκες παράγεται κυρίως στα επινεφρίδια και τις ωοθήκες. Βασικός ρόλος της τεστοστερόνης στην περίπτωση αυτή είναι η ανάπτυξη και η διατήρηση του μυϊκού συστήματος, η αύξηση του ασβεστίου στα οστά και η ρύθμιση της λίμπιντο.
Τριιωδοθυρονίνη (Τ3): Ορμόνη του θυρεοειδούς αδένα

Υ
Υπόφυση: Αδένας που βρίσκεται στον εγκέφαλο και εκκρίνει τη φλοιοτρόπο ορμόνη (ACTH), την ωχρινοτροπίνη ορμόνη (LH), την ωοθηλακιοτρόπο ορμόνη (FSH) , τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH), την αυξητική ορμόνη (GH), την αντιδιουρητική ορμόνη, την οξυτοκίνη και την προλακτίνη (PRL). Μάθετε για τη σημασία της υπόφυσης εδώ.
Υποθάλαμος: Ο υποθάλαμος είναι ένα τμήμα του εγκεφάλου που περιέχει μια σειρά από μικρούς πυρήνες με μια ποικιλία λειτουργιών. Μία από τις πιο σημαντικές λειτουργίες του υποθαλάμου είναι να συνδέσει το νευρικό σύστημα με το ενδοκρινικό σύστημα, μέσω του αδένα της υπόφυσης.

Ω
Ωκυτοκίνη: Παράγεται από τον υποθάλαμο, αποθηκεύεται και εκκρίνεται από τον οπίσθιο αδένα της υπόφυσης, δρα κυρίως ως νευρορυθμιστής στον εγκέφαλο. Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην νευροανατομία της οικειότητας και κατά τη διάρκεια του τοκετού όπου απελευθερώνεται σε μεγάλες, διευκολύνοντας τη γέννηση και μετά από διέγερση των θηλών, της γαλουχίας.
Ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH): Ανήκει στις γοναδοτροπίνες. Συντίθεται και εκκρίνεται από τον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης και ρυθμίζει την ανάπτυξη, την εφηβική ωρίμανση και τις αναπαραγωγικές διαδικασίες του σώματος. Με την ωχρινοτρόπο ορμόνη (LH) δρουν συνεργιστικά στην αναπαραγωγή.
Ωχρινοτροπίνη ή ωχρινοποιητική ορμόνη ή ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH): Ορμόνη που σχετίζεται με τη γυναικεία αναπαραγωγική διαδικασία. Υπάγεται στις γοναδοτροπίνες. Στις γυναίκες η εν λόγω ορμόνη δρα συνεργικά με την FSH (ωοθυλακιοτρόπο) για τη ρύθμιση της ανάπτυξης του ωοθυλακίου και το σχηματισμό του ωχρού σωματίου. Στους άνδρες η ωχρινοτροπίνη ελέγχει την ανάπτυξη των διάμεσων κυττάρων που εκκρίνουν την τεστοστερόνη.

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου, ειδικός ενδοκρινολόγος
www.endomed.gr

 

Μέσω της αναζήτησης (δεξιά στη σελίδα) μπορείτε να βρείτε αρκετά άρθρα που αναφέρονται στην κάθε ορμόνη ξεχωριστά!

Facebooktwittergoogle_plusmail

12 thoughts on “Το αλφαβητάρι των ορμονών

Αφήστε μια απάντηση