67E3E48thyroxinhE73E0-480x336

Τι είναι η υγρή λεβοθυροξίνη και πότε χορηγείται;

H λεβοθυροξίνη (L-T4) είναι το φάρμακο που χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο για τη θεραπεία υποκατάστασης σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό. Η λεβοθυροξίνη χρησιμοποιείται επίσης ως θεραπεία καταστολής μετά από χειρουργική αφαίρεση καρκίνου του θυρεοειδούς και για τη θεραπεία ασθενών με οζώδη βρογχοκήλη, προκειμένου να ανασταλεί η ανάπτυξή τους, αν και αυτή η χρήση αμφισβητείται ακόμη.
Η λεβοθυροξίνη απομονώθηκε για πρώτη φορά από τον Kendall το 1914, από αφυδατωμένο θυρεοειδή ζωικής προέλευσης.
Η συνθετική L-Τ4 τέθηκε σε χρήση για τη θεραπεία νόσων του θυρεοειδούς στη δεκαετία του 1950.
Παραδοσιακά, η λεβοθυροξίνη είναι διαθέσιμη σε μορφή δισκίου. Περίπου το 60-90% της δόσης απορροφάται στη νήστιδα και τον ειλεό μέσα σε 3 ώρες από τη λήψη. Η απορρόφηση είναι μέγιστη όταν λαμβάνεται με άδειο στομάχι, γεγονός που καταδεικνύει τη σημασία της γαστρικής οξύτητας στη διαδικασία.
Στην πραγματικότητα, το οξύ γαστρικό ρΗ είναι απαραίτητο για τη διάλυση του δισκίου, την αφαίρεση των ιόντων νατρίου και τη μετατροπή της L-Τ4 σε ένα λιπόφιλο μόριο.
Πρόσφατα, νέες μορφές L-T4, όπως μια κάψουλα μαλακής γέλης (soft gel capsule) και η λεβοθυροξίνη σε υγρή μορφή, έχουν διατεθεί…

Η θεραπεία με δισκία λεβοθυροξίνης δεν είναι πάντα «εύκολη»:
Αιτίες δυσαπορρόφησης

Ακόμα κι αν η λεβοθυροξίνη συνταγογραφείται για περισσότερα από 60 χρόνια, σχεδόν το 50% των ασθενών που τη λαμβάνουν εμφανίζουν διάφορες ανωμαλίες στο προφίλ των θυρεοειδικών ορμονών μετά από ένα έτος θεραπείας.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να εξηγήσουμε αυτό το γεγονός. Αρχικά, αρκετές καταστάσεις και ασθένειες που σχετίζονται με το γαστρεντερικό σωλήνα μπορεί να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική του δισκίου Τ4.
Οι πιο κοινές ασθένειες είναι αυτές που μεταβάλλουν το όξινο περιβάλλον του στομάχου όπως οι λοιμώξεις με το Helicobacter Pylori (HP) – ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού που σχετίζεται με την εμφάνιση γαστρίτιδα και η ατροφική γαστρίτιδα του σώματος του στομάχου.
Έρευνες έχουν καταδείξει σαφώς ότι οι ασθενείς με διαταραχές της έκκρισης γαστρικού οξέος απαιτούν αυξημένη δόση της θυροξίνης.
Επίσης, η αλλαγή στο pH που προκαλείται από φάρμακα που χρησιμοποποιούνται ευρέως για τη θεραπεία νόσων του στομάχου μπορεί να είναι υπεύθυνη για τη μειωμένη απορρόφηση της λεβοθυροξίνης.

Μια άλλη κατάσταση που απαιτεί αυξημένη δόση μορφή δισκίου L-Τ4 είναι η κοιλιοκάκη.
Μια πρόσφατη μελέτη σε ασθενείς με κοιλιοκάκη που επηρεάζονται από υποθυρεοειδισμό λόγω της θυρεοειδίτιδας του Hashimoto έδειξε ότι αν δεν ακολουθούσαν ελεύθερη γλουτένης δίαιτα, η θεραπευτική δόση Τ4 έπρεπε να αυξηθεί κατά τουλάχιστον 50%. Δεδομένου του αυξημένου επιπολασμού της κοιλιοκάκης σε ασθενείς με θυρεοειδή αυτοανοσία (2-5%), συνιστάται να εξετάζεται πάντα η διερεύνηση μια άγνωστης γαστρεντερικής διαταραχής σε άτομα υπό χρόνια θεραπεία με L-Τ4 που εμφανίζουν ξαφνικά την ανάγκη για μία αυξημένη δόση θυροξίνης.
Η δυσανεξία στη λακτόζη μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αυξημένη ανάγκη για λεβοθυροξίνη. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλά δισκία σκευάσματος L-T4 περιέχουν λακτόζη, με αποτέλεσμα την περαιτέρω επαγωγή της διαταραχής με κάθε χορήγηση του φαρμάκου.
Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι και άλλα φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν την απορρόφηση της L-Τ4. Δείτε εδώ.

Τα καινούρια σκευάσματα της λεβοθυροξίνης και η πιθανή χρήση τους

Σήμερα, νέες μορφές λεβοθυροξίνης είναι διαθέσιμες όπως οι κάψουλες μαλακής γέλης και η λεβοθυροξίνη σε υγρή μορφή.
Η μαλακή κάψουλα περιέχει λεβοθυροξίνη διαλυμένη σε γλυκερίνη μέσα σε κάψουλα- εξωτερική ζελατίνη.
Αυτή η δομή παρέχει προστασία από τις διακυμάνσεις του γαστρικού ρΗ και θα μπορούσε επίσης να αποτρέψει τη δέσμευση από άλλες ουσίες στον εντερικό αυλό, όπως ο καφές  ή άλλα φάρμακα (για παράδειγμα τα άλατα ασβεστίου ή σιδήρου).
Η υγρή μορφή αποτελείται μόνο από λεβοθυροξίνη σε διάφορες συγκεντρώσεις, γλυκερίνη και αιθανόλη. Το πιο σημαντικό πλεονέκτημα της από του στόματος λαμβανόμενης υγρής μορφής, σε σύγκριση με το στερεό σκεύασμα, είναι η δυνατότητα χορήγησης σε ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν ολόκληρα καψάκια ή δισκία.
Επιπλέον, όπως φαίνεται σε μια πρόσφατη μελέτη in vivo, το σκεύασμα υγρής λεβοθυροξίνης παρέχει επίσης καλύτερες δυνατότητες απορρόφησης.
Μάλιστα, οι Yue et al έχουν δείξει ότι η υγρή λεβοθυροξίνη εισέρχεται στο αίμα ταχύτερα από το δισκίο ή την κάψουλα μαλακής γέλης (η μέγιστη συγκέντρωση επιτυγχάνεται κατά μέσο όρο σε 30 λεπτά).

Αναστολείς αντλίας πρωτονίων και θεραπεία με λεβοθυροξίνη

Επειδή και η λεβοθυροξίνη και οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων (ΑΑΠ) είναι από τα κορυφαία συνταγογραφούμενα φάρμακα σε όλο τον κόσμο, δεν είναι ασυνήθιστο να υπάρχουν ασθενείς που τα λαμβάνουν συγχρόνως.
Με την αναστολή της αντλίας Η + / Κ + ΑΤΡάσης στα γαστρικά τοιχωματικά κύτταρα, οι ΑΑΠ αυξάνουν το γαστρικό pH και επομένως βλάπτουν τη διάλυση του δισκίου λεβοθυροξίνης, που συμβαίνει στο όξινο περιβάλλον του στομάχου, μειώνοντας έτσι την απορρόφησή της.
Όταν με τη θεραπεία με λεβοθυροξίνη δεν «φτάνουμε» τις επιθυμητές τιμές TSH, συχνά ακολουθεί η αύξηση της ημερήσιας δόσης.
Πρόσφατες μελέτες έχουν καταδείξει σαφώς ότι η δυσαπορρόφηση του δισκίου Ι_Τ4 που επάγεται από τους ΑΑΠ επιλύεται αποτελεσματικά τόσο με την κάψουλα μαλακής γέλης όσο και με την υγρή λεβοθυροξίνη.

«Καλό πρωινό για μια καλή μέρα»

Ο καφές έχει βρεθεί ότι μειώνει την απορρόφηση της L-Τ4. Μελέτες έχουν δείξει ότι η νατριούχος λεβοθυροξίνη αποικοδομείται ταχέως στους 60 ° C.
Αντιστρόφως, η αποικοδόμηση του σκευάσματος της υγρής λεβοθυροξίνης σε γάλα, τσάι, καφέ με γάλα γίνεται γύρω στους 50 ° C. Αποτελέσματα από μια μικρή ομάδα 54 ασθενών, οι οποίοι κατανάλωναν από το στόμα υγρή L-Τ4 λίγα λεπτά πριν από το πρωινό  έδειξαν ότι είχαν συγκρίσιμες τιμές θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα τους σε σχέση με συτούς που την έλαβαν μέχρι και μία ώρα πριν το πρωινό.
Ενδεχομένως, η παρουσία του αλκοόλ (αιθανόλης) στο υγρό σκεύασμα να παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτήν την ταχύτερη απορρόφηση της Τ4.

Υγρή λεβοθυροξίνη και παιδιατρικοί ασθενείς

Η χορήγηση λεβοθυροξίνης σε βρέφη μπορεί να παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τη χορήγηση σε μορφή ταμπλέτας, η οποία χρειάζεται συχνά να συνθλιφτεί. Η χρήση του σκευάσματος υγρής L-T4 έχει διερευνηθεί ήδη σε παιδιατρικούς ασθενείς με συγγενή υποθυρεοειδισμό. Αυτή είναι η πιο συχνή συγγενής ενδοκρινική διαταραχή και η έγκαιρη θεραπεία επιτρέπει την κανονική ψυχική και σωματική ανάπτυξη. Ωστόσο, κάποια παιδιά, παρά την έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία, παρουσιάζουν ανώμαλη ψυχική ανάπτυξη και κακή μακροχρόνια έκβαση.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για αυτό το φαινόμενο, όπως η ηλικία κατά την έναρξη της θεραπείας, κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες, η συμμόρφωση των γονέων και η αρχική δόση της λεβοθυροξίνης.

Οι Peroni et al συνέκριναν τη χορήγηση σκευασμάτων υγρής L-T4 και δισκίων σε βρέφη, στην αρχική θεραπεία του συγγενούς υποθυρεοειδισμού, αποδεικνύοντας ότι η ομαλοποίηση της TSH επιτυγχάνεται σε σημαντικά περισσότερα παιδάκια που λαμβάνουν το υγρό σκεύασμα σε σύγκριση με εκείνα που λαμβάνουν το δισκίο λεβοθυροξίνης.
Επιπλέον, τα βρέφη υπό θεραπεία με υγρό σκεύασμα παρουσίαζαν σημαντικά χαμηλότερες τιμές TSH.

 

Πολλές μελέτες δείχνουν, συμπερασματικά, για πρώτη φορά ότι η «υγρή» λεβοθυροξίνη θα μπορούσε να μειώσει το πρόβλημα της δυσαπορρόφησης L-Τ4 που συναντάται κατά τη χρήση παραδοσιακών δισκίων και να αποτελέσει εναλλακτική λύση για διάφορες ειδικές κατηγορίες ασθενών με υποθυρεοειδισμό.

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, Ενδοκρινολόγος, Θεσσαλονίκη
Διαβάστε ακόμη
Ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας με λεβοθυροξίνη 

Πηγές:

http://press.endocrine.org/doi/pdf/10.1210/jc.2014-2684

http://www.eje-online.org/content/170/1/95.full

https://www.karger.com/Article/Pdf/110591

http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4130840/


woman-thyroid-w-660x330

Γνωρίζοντας το θυρεοειδή αδένα

Οι φίλοι της είχαν αντιληφθεί τη διαφορά.
Είχε γίνει ανήσυχη, ένιωθε κουρασμένη όλη την ώρα και είχε αρχίσει να κερδίζει βάρος. Εκείνη δεν έδινε σημασία σε αυτές τις αλλαγές, τις είχε αποδώσει στο εργασιακό άγχος. Οι εξετάσεις αίματος έδειξαν όμως ότι στα 30 της, είχε υποθυρεοειδισμό, μια κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός διαθέτει ανεπαρκή ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών.

Δεν είναι η μόνη. Όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται από προβλήματα του θυρεοειδούς.

Ο θυρεοειδής είναι ένας σε σχήμα πεταλούδας, μέγεθος καρυδιού αδένας που βρίσκεται στη βάση του λαιμού, ακριβώς κάτω από το μήλο του Αδάμ.
Ο θυρεοειδής αδένας εκκρίνει δύο ορμόνες- την Τ4 (θυροξίνη) και την Τ3 (τριιωδοθυρονίνη), που δρουν σχεδόν σε κάθε κύτταρο του σώματος.
Η λειτουργία του θυρεοειδούς ελέγχεται από την υπόφυση, η οποία εκκρίνει την θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH).
Όλες οι πτυχές του μεταβολισμού, από το ρυθμό με τον οποίο η καρδιά χτυπά μέχρι το πόσο γρήγορα χρησιμοποιούνται οι θερμίδες που καταναλώνουμε, ρυθμίζονται από τις θυρεοειδικές ορμόνες.
Ο θυρεοειδής αδένας διαδραματίζει έναν κρίσιμο ρόλο στο μεταβολισμό του σώματος, γι αυτό πολλές μεταβολικές διαταραχές συμβαίνουν όταν ο αδένας εκκρίνει λιγότερη ή περισσότερη ποσότητα ορμονών.
Εάν δεν υπάρχουν αρκετές θυρεοειδικές ορμόνες στην κυκλοφορία του αίματος, ο μεταβολισμός του σώματος επιβραδύνει. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται υποθυρεοειδισμός (υπολειτουργία του θυρεοειδούς).
Εάν υπάρχει μεγάλη ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα, ο μεταβολισμός εργάζεται γρηγορότερα. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται υπερθυρεοειδισμός (υπερδραστήριος θυρεοειδής).

Οι γυναίκες τείνουν να υποφέρουν από τις νόσους του θυρεοειδούς συχνότερα από ό,τι οι άνδρες. Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούν τη διάγνωση για κάποιο χρονικό διάστημα, διότι συχνά τα συμπτώματα του άγχους, ο γρήγορος καρδιακός ρυθμός και η αυξημένη εφίδρωση συχνά αποδίδονται σε άλλες αιτίες.

Μια πρόσφατη μελέτη ανάμεσα σε 5.376 ενήλικες έδειξε ότι υποθυρεοειδισμός υπήρχε στο 10,95% των περιπτώσεων, εκ των οποίων το 3,47% δεν είχαν καν εντοπιστεί πριν. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν το ένα τρίτο των ατόμων που εξετάστηκαν δεν είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι έπασχαν από υποθυρεοειδισμό μέχρι την εξέταση.

Πώς θα καταλάβετε ότι βρίσκεστε σε κίνδυνο για να αναπτύξετε μια νόσο του θυρεοειδούς;

Κληρονομικότητα

Αντιμετωπίζετε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης νόσου του θυρεοειδούς εάν ένας στενός συγγενής έχει πρόβλημα με το θυρεοειδή. Η κληρονομικότητα παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στην εμφάνιση υπολειτουργίας του θυρεοειδούς όσο και υπερθυρεοειδισμού.
Υπάρχουν αντισώματα που στρέφονται κατά του θυρεοειδούς και μπορούν να ελεγχθούν στο αίμα, αν και δε σημαίνει αυτό ότι όλοι όσοι έχουν θετικά αντισώματα θα αναπτύξουν κατ ‘ανάγκη ανώμαλα επίπεδα θυρεοειδικών ορμονών.
Τα αντισώματα μπορούν να παίξουν κάποιο ρόλο κατά τη στιγμή της εγκυμοσύνης, γι ‘αυτό είναι καλύτερο να αξιολογείται η λειτουργία του θυρεοειδούς πριν προγραμματιστεί μια εγκυμοσύνη, ειδικά αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό νόσου του θυρεοειδούς.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο είναι ότι το πρόβλημα του θυρεοειδούς μπορεί να «παρακάμψει» γενιές. Δηλαδή κάποιος με υπολειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να έχει υγιείς γονείς, αλλά οι παππούδες του / της μπορεί να έπασχαν από κάποια νόσο του θυρεοειδούς.

Ορμόνες

Μια ασυνήθιστα πρώιμη ή όψιμη έναρξη της εφηβείας και της εμμήνου ρύσεως, οι ακανόνιστες εμμηνορροϊκές περίοδοι ή η απουσία της εμμήνου ρύσεως (αμηνόρροια) θα μπορούσαν να σηματοδοτούν ένα απαρατήρητο πρόβλημα του θυρεοειδούς.
Τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού συχνά μιμούνται αυτά του PMS (προεμμηνορροϊκό σύνδρομο): ο τυμπανισμός («φούσκωμα» στην κοιλιά), η αύξηση του σωματικού βάρους, οι αλλαγές στη διάθεση, η μεταβολή της λίμπιντο, οι διαταραχές του ύπνου, η κούραση και η δυσκοιλιότητα μπορεί να είναι κάποια από αυτά.

Μια ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε φέτος ανέφερε ότι τα πρόβληματα του θυρεοειδούς μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην αναπαραγωγική υγεία της γυναίκας και πρότεινε έλεγχο του θυρεοειδούς για τις γυναίκες με προβλήματα γονιμότητας. Ένας υπερδραστήριος θυρεοειδής ή μια υπολειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να επηρεάσουν την ωορρηξία.

Κούραση και ατονία

Συνήθως τα συμπτώματα του ήπιου υποθυρεοειδισμού είναι μη ειδικά, αλλάζουν σταδιακά, και συχνά αποδίδονται στο άγχος ή την υπερκόπωση. Οι περισσότερες γυναίκες που πάσχουν από υποθυρεοειδισμό πάνε στο γιατρό επειδή αισθάνονται κουρασμένες.

Ανώμαλες μεταβολές του βάρους

Σε περίπτωση υπερθυρεοειδισμού παρατηρείται συνήθως απώλεια βάρους για κανέναν προφανή λόγο, και στον υποθυρεοειδισμό, η αύξηση του σωματικού βάρους αποτελεί για τους περισσότερους ένα διαρκές πρόβλημα.
Αλλά όταν ληφθεί η σωστή θεραπεία, το βάρος σταδιακά μειώνεται.
Διαβάστε εδώ περισσότερα για το πώς ο θυρεοειδής μπορεί να επηρεάσει το σωματικό βάρος.

Κατάθλιψη και άγχος

Έρευνες απέδειξαν τη στενή σχέση μεταξύ ενός αυξημένου κινδύνου εμφάνισης κατάθλιψης και μιας υπερ- ή της υπολειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα.

Τόσο ο υπερθυρεοειδισμός όσο και ο υποθυρεοειδισμός έχουν συνδεθεί με διαταραχές της διάθεσης και μειωμένη σεξουαλική επιθυμία (λίμπιντο). Οι εναλλαγές της διάθεσης μπορεί να είναι το πρώτο σημάδι ενός υπερδραστήριου ή ενός υπολειτουργικού θυρεοειδούς.
Η νευρικότητα, το άγχος και η υπερκινητικότητα σε περίπτωση υπερθυρεοειδισμού συχνά παρεμποδίζουν την ικανότητα ενός ατόμου να πραγματοποιήσει τις συνήθεις καθημερινές δραστηριότητες.

Πολλές γυναίκες επισκέπτονται τον ενδοκρινολόγο με συμπτώματα όπως τάση για υπερβολικό κλάμα και κοινωνική απομόνωση. Νιώθουν χάλια όλη την ώρα, δεν έχουν διάθεση να σηκωθούν το πρωί, εμφανίζουν όλα τα κλασικά συμπτώματα της κατάθλιψης. Αλλά μια θεραπεία με αντικαταθλιπτικά συνήθως δεν τους βοηθά.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων, μια εξέταση του θυρεοειδούς αποκαλύπτει τον υποθυρεοειδισμό και η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών ανταποκρίνεται καλά στη θεραπεία με θυροξίνη.

Διαβάστε ακόμη:

Ποια μέρη του σώματος επηρεάζει ο θυρεοειδής;

Θυρεοειδής, άγχος και κατάθλιψη

 

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, ειδικός ενδοκρινολόγος – διαβητολόγος
www.endomed.gr

 


woman-taking-pill

Τι επηρεάζει τη δόση της θυροξίνης;

Mια σειρά από παράγοντες φαίνεται να συμβάλλουν σε υψηλότερες από τις αναμενόμενες δοσολογικές απαιτήσεις σε θυροξίνη στους ασθενείς με υποθυρεοειδισμό.

Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο ενδοκρινολογικό περιοδικό Thyroid, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι περισσότεροι ασθενείς με υποθυρεοειδισμό, δε χρειάζονταν περισσότερο από την αναμενόμενη δόση της θυροξίνης, η οποία βασίζεται στο βάρος του ασθενούς.
Ωστόσο, οι πιθανοί λόγοι για τους οποίους μπορεί να παρουσιάζονται υψηλότερες απαιτήσεις σε λεβοθυροξίνη σε άτομα που πάσχουν από υποθυρεοειδισμό δεν είχαν ακόμη μελετηθεί.

Για τη μελέτη αυτή, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το Grampian Automated Follow-Up Register (GAFUR), ένα αρχείο ασθενών στο οποίο έχουν καταγραφεί περίπου 17.500 ασθενείς με υποθυρεοειδισμό.
Μια αναζήτηση στο μητρώο το 2008 έδειξε ότι 190 ασθενείς (1%) έπαιρναν πάνω από 225 μg θυροξίνης καθημερινά, ποσότητα περίπου διπλάσια από τις μέγιστες αναμενόμενες καθημερινές απαιτήσεις για ένα άτομο βάρους 80 kg!

Οι ερευνητές απέστειλαν ερωτηματολόγια σε 174 από τους 190 ασθενείς για να αξιολογήσουν την αιτία για την υψηλή δόση της θυροξίνης και να προσφέρουν εξετάσεις αίματος για αντισώματα κατά του ενδομυίου, κατά των τοιχωματικών κυττάρου του στομάχου (PCA) και της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (TPO) .
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μέση δόση θυροξίνης για τα άτομα αυτά ήταν 248 μg ημερησίως.
Σε 26 ασθενείς, τα φάρμακα που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν την απορρόφηση λεβοθυροξίνης ήταν η αιτία για την αυξημένη δοσολογία και 21 ασθενείς ανέφεραν ότι ο ενδοκρινολόγος τους είχε αυξήσει τη δόση γιατί δεν έπαιρναν το χάπι του θυρεοειδούς τακτικά.
Επτά είχαν θετικά αντισώματα κατά του ενδομυΐου κατά την αρχική εξέταση, τέσσερις από τους οποίους διαγνώστηκαν τελικά με κοιλιοκάκη.
27 ασθενείς είχαν θετικά αντισώματα κατά των τοιχωματικών κυττάρων (PCA), τα οποία συνδέονται με την αυτοάνοση γαστρίτιδα.

Η μελέτη αυτή μας υπενθυμίζει ότι στους ασθενείς που χρειάζονται περισσότερο θυροξίνη από το αναμενόμενο για να «ρυθμίσουν» το θυρεοειδή τους πρέπει να αποκλείεται η συνύπαρξη αυτοάνοσων -και μη- ασθενειών του στομάχου και του εντέρου, που μπορεί να οδηγούν σε μειωμένη πρόσληψη και μείωση της δραστικότητας του φαρμάκου.

Για τα φάρμακα που επίσης μπορεί να επηρεάσουν την απορρόφηση της θυροξίνης, με αποτέλεσμα να χρειάζεται μεγαλύτερη δόση για να επιτευχθεί το επιθυμητό κλινικό αποτέλεσμα διαβάστε εδώ.

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD
Ενδοκρινολογος Θεσσαλονικη

 


evi

Θυρεοειδής και οστεοπόρωση

  • Τι είναι η οστεοπόρωση;

Η οστεοπόρωση είναι μια χρόνια πάθηση του μεταβολισμού των οστών, κατά την οποία παρατηρείται σταδιακή μείωση της πυκνότητας και ποιότητάς τους, με αποτέλεσμα αυτά με την πάροδο του χρόνου να γίνονται πιο εύθραυστα και λεπτά. Έτσι αυξάνεται με τα χρόνια ο κίνδυνος κατάγματος των οστών, καθώς μειώνεται η ανθεκτικότητα και η ελαστικότητά τους.
Αν και τα κατάγματα μπορούν να συμβούν σε διάφορα μέρη του σώματος, συνηθέστερα αφορούν τους καρπούς, τους γοφούς και τη σπονδυλική στήλη.

  • Πώς λειτουργεί ο θυρεοειδής αδένας;

Ο θυρεοειδής αδένας βρίσκεται στο λαιμό, ακριβώς μπροστά από την τραχεία και η κύρια λειτουργία του είναι να παράγει ορμόνες, που ρυθμίζουν το ρυθμό του μεταβολισμού του σώματος και είναι απαραίτητες για την κανονική ψυχική και σωματική ανάπτυξη και για τη διατήρηση της καλής υγείας.

  • Τι είναι ο υπερθυρεοειδισμός («υπερδραστήριος θυρεοειδής»);

Ο υπερθυρεοειδισμός συχνά αναφέρεται ως «υπερδραστηριότητα του θυρεοειδούς» και είναι μια κατάσταση στην οποία μεγάλες ποσότητες ορμονών απελευθερώνεται από τον θυρεοειδή αδένα.
Αυτό μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα όπως απώλεια βάρους, νευρικότητα, άγχος, υπερκινητικότητα, αίσθημα παλμών, κόπωση και αυξημένη εφίδρωση.

  • Τι είναι ο υποθυρεοειδισμός («υπολειτουργία του θυρεοειδούς»);

Υποθυρεοειδισμός συχνά αναφέρεται ως «υπολειτουργία του θυρεοειδούς» και σημαίνει ότι ο θυρεοειδής αδένας δεν παράγει αρκετή θυροξίνη. Τα παιδιά που γεννιούνται με αυτό το πρόβλημα και οι ενήλικες που θα διαγνωστούν με αυτόν, χρειάζονται συνήθως δια βίου θεραπεία.
Μπορεί επίσης να συμβεί ως μακροπρόθεσμη συνέπεια μιας χειρουργικής επέμβασης στο θυρεοειδή.
Αυτή η κατάσταση μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα όπως κόπωση, λήθαργος, αύξηση του σωματικού βάρους, δυσανεξία στο κρύο, κατάθλιψη και μυϊκούς πόνους.

  • Οι νόσοι του θυρεοειδούς και η οστεοπόρωση
    Μήπως ο υπερθυρεοειδισμός προκαλεί οστεοπόρωση και κατάγματα;

Τα οστά συνεχώς διασπώνται και αντικαθίστανται από κύτταρα γνωστά ως οστεοκλάστες και οστεοβλάστες.
Κάθε κύκλος αναδόμησης των οστών διαρκεί περίπου 200 ημέρες και αν υπάρχει περίσσεια της θυρεοειδικής ορμόνης, αυτή θα επισπεύσει αυτόν τον «κύκλο εργασιών» στα οστά. Αν αυτή η διαδικασία συμβαίνει πολύ γρήγορα τα δομικά κύτταρα των οστών (οστεοβλάστες) δεν είναι σε θέση να αντικαταστήσουν το οστό σας αρκετά γρήγορα, έτσι το συνολικό ποσοστό της οστικής απώλειας αυξάνεται.
Στον υπερθυρεοειδισμό βρίσκονται εργαστηριακές ενδείξεις τόσο αυξημένης οστικής απορρόφησης όσο και αυξημένου σχηματισμού του οστού. Το ισοζύγιο είναι όμως αρνητικό.
Αν τα επίπεδα των ελεύθερων ορμονών του θυρεοειδούς σας (fT3/ fT4) μείνουν υψηλά για αρκετό καιρό, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης χαμηλής οστικής πυκνότητας και οστεοπόρωσης, ιδιαίτερα αν πρόκειται για γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση!

Ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί επίσης να σχετίζεται με μυϊκή αδυναμία και απώλεια άλιπης μάζας σώματος, η οποία μπορεί να είναι αρκετά σοβαρή σε ορισμένες περιπτώσεις.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο πτώσης και καταγμάτων των οστών.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, περισσότερο από το 10% των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών είναι υπό θεραπεία με θυρεοειδικές  ορμόνες και από αυτές το 20% παίρνει παραπάνω από όσο χρειάζεται! (Abe et al., 2007)
Τα επίπεδα καταστολής της TSH σε άτομα που παίρνουν θυροξίνη μπορεί να σχετίζονται με τον κίνδυνο κατάγματος, γι αυτό και
θα πρέπει να ελέγχονται τουλάχιστον ετησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν θυροξίνη.
Επιπλέον, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με το πώς να λαμβάνουν το χάπι του θυρεοειδούς σωστά.
Η θυροξίνη θα πρέπει να λαμβάνονται την ίδια ώρα κάθε μέρα για να αποφεύγονται διακυμάνσεις στα επίπεδα της TSH.

  • Αν έχω υπερθυρεοειδισμό πρέπει να κάνω εξέταση μέτρησης οστικής μάζας;

Μια σάρωση της οστικής πυκνότητας παρέχει πληροφορίες σχετικά με την αντοχή και την πυκνότητα των οστών σας, βοηθά το γιατρό σας να καθορίσει αν έχετε ή όχι υψηλό κίνδυνο κατάγματος οστών.
Είναι σημαντικό να συζητήσετε τους παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν οστεοπόρωση με το γιατρό σας.
Ο υπερθυρεοειδισμός είναι ένα νόσημα που, υπό συνθήκες, μπορεί να προκαλέσει μια μείωση στην πυκνότητα των οστών. Μόλις το πρόβλημα θυρεοειδή σας ελέγχεται, η πυκνότητα των οστών συνήθως ανακάμπτει.

  • Για ποιους συστήνεται η μέτρηση της οστικής μάζας;

Η οστεοπυκνομετρία ή η μέτρηση οστικής μάζας μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις ηλικιωμένες γυναίκες που λαμβάνουν θυροξίνη, ανεξαρτήτως ύπαρξης άλλων παραγόντων. Ο έλεγχος για οστεοπόρωση είναι απαραίτητος και για τις νεαρές γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία με θυρεοειδικές ορμόνες και παρουσιάζουν επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου για απώλεια οστικής μάζας:

  1. μικρό ανάστημα
  2. κάπνισμα
  3. ιστορικό κατάγματος
  4. χρόνια χρήση κορτιζόνης
  5. σακχαρώδη διαβήτη
  6. νεφρική ανεπάρκεια
  7. σύνδρομα δυσαπορροφήσεως
  8. ηπατική ανεπάρκεια
  9. θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα
  10. κατάχρηση αλκοόλ
  11. παρατεταμένη καθιστική ζωή
  12. υπερθυρεοειδισμός
  • Μήπως ο υποθυρεοειδισμός προκαλεί οστεοπόρωση και κατάγματα;

Ο ίδιος ο υποθυρεοειδισμός δεν είναι ένας παράγοντας κινδύνου για οστεοπόρωση. Ωστόσο, εάν έχετε υποθυρεοειδισμό και παίρνετε εδώ και χρόνια θυροξίνη, σε ποσότητα παραπάνω από ό,τι χρειάζεστε, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια οστού.
Για να αποφευχθεί αυτό,  πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά τα επίπεδα των ελεύθερων θυρεοειδικών ορμονών, για να εξασφαλιστεί ότι δε θα είναι υψηλά.

  • Έχω πρόβλημα με το θυρεοειδή.
    Τι μπορώ να κάνω για την πρόληψη της οστεοπόρωσης και των καταγμάτων;

Οι παράγοντες που μπορούν να βοηθήσουν στη διατήρηση υγιών οστών περιλαμβάνουν μια καλά ισορροπημένη διατροφή με τρόφιμα πλούσια σε ασβέστιο, ασφαλή έκθεση στον ήλιο για το σχηματισμό επαρκούς ποσότητας βιταμίνης D.
Σε ασθενείς με θυρεοειδίτιδα Χασιμότο και άλλες αυτοάνοσες ασθένειες συστήνεται ο προδιορισμός των επιπέδων βιταμίνης D και σε περίπτωση έλλειψης η αναπλήρωσή της!
Για την πρόληψη της οστεοπόρωσης συστήνεται ακόμη συστηματική άσκηση, αποφυγή του καπνίσματος και διατήρηση της κατανάλωσης αλκοόλ εντός των συνιστώμενων ορίων.

 

 

Γιαζιτζόγλου Ευαγγελία, ειδικός ενδοκρινολόγος
www.endomed.gr