sugar

Συνδέεται ο υποθυρεοειδισμός με το διαβήτη τύπου 2;

H υπολειτουργία του θυρεοειδούς σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2, υποδεικνύει νέα έρευνα.

Τα ευρήματα, που αφορούσαν ένα σχετικά μεγάλο πληθυσμό στις Κάτω Χώρες, παρουσιάστηκαν στις 3 Απριλίου στο ετήσιο συνέδριο της αμερικανικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας, από ερευνητές στο Ιατρικό Κέντρο Erasmus, στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας.

«Η χαμηλή λειτουργία του θυρεοειδούς συνδέεται με υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη και επίσης εξέλιξης του προδιαβήτη σε διαβήτη,» είπε ο Δρ Chaker κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης τύπου, προσθέτοντας ότι ο κίνδυνος αυτός είναι επίσης εμφανής ακόμη και μεταξύ εκείνων που οι τιμές της λειτουργίας του θυρεοειδούς βρίσκονται στα χαμηλότερα φυσιολογικά του εύρους των τιμών.

Κληθείς να σχολιάσει, ο συντονιστής Margaret Eckert-Norton, PhD, του Κολλεγίου του Αγίου Ιωσήφ και του κρατικού Πανεπιστημιίου της Νέας Υόρκης, τόνισε: «Φυσικά, ελέγχονται πάντα για διαταραχές του θυρεοειδούς οι ασθενείς με τύπου 1 διαβήτη, λόγω της αυτοανοσίας και του αναγνωρισμένου αυξημένου κινδύνου εμφάνισης διαβήτη σε αυτούς τους ασθενείς… Αλλά, από την άλλη, υπάρχει επίσης σαφής επικάλυψη μεταξύ των συμπτωμάτων του υποθυρεοειδισμού και του διαβήτη τύπου 2.»

 

 

Συγκεκριμένα, η μελέτη συμπεριέλαβε 8.452 κατοίκους του Ρότερνταμ ηλικίας 45 ετών και άνω χωρίς διαβήτη κατά την έναρξή της, με μια μέση ηλικία περίπου στα 65 έτη και μέσο δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) γώρω στο 26,5 kg / m2. Το 58% αυτών ήταν γυναίκες.

Οι συμμετέχοντες είχαν ένα μέσο επίπεδο θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) 1,91 mIU / L και ελεύθερης θυροξίνης (fT4) 15,7 pmol / L, και οι δύο εντός του φυσιολογικού εύρους.

Τα αποτελέσματα; Κατά τη διάρκεια μιας μέσης παρακολούθησης διάρκειας 7,9 ετών, 1100 άτομα εκδήλωσαν προδιαβήτη και 798 εκδήλωσαν διαβήτη τύπου 2.

Μετά από προσαρμογή των δεδομένων για το φύλο, την ηλικία, το κάπνισμα, τη γλυκόζη ορού νηστείας, οι συμμετέχοντες με TSH στα ανώτερα όρια του φυσιολογικού εύρους βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν 1,13 φορές αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες που είχαν την TSH τους στο χαμηλότερο τριτημόριο του φυσιολογικού εύρους ,με τον κίνδυνο να ανέρχεται μέχρι και στο 1,24 φορές περισσότερο ανάμεσα στο υψηλότερο σχετικά με το χαμηλότερο τριτημόριο του φυσιολογικού εύρους.

Υψηλότερες ελεύθερες τιμές Τ4 – πάντα εντός του φυσιολογικού εύρους- σχετίστηκαν επίσης με χαμηλότερο κίνδυνο διαβήτη!

Ο κίνδυνος της εξέλιξης από προδιαβήτη (γλυκόζη νηστείας 106-126 mg / dL) σε διαβήτη τύπου 2 ( γλυκόζη νηστείας > 126 mg / dL) ήταν περίπου 1,4 φορές μεγαλύτερος συγκρίνοντας τους συμμετέχοντες με TSH στα ανώτερα του φυσιολογικού εύρους με αυτούς στα κατώτερα.

Σε απόλυτες τιμές, ο κίνδυνος για διαβήτη τύπου 2 αυξάνονταν από 19% σε 35% όταν και η TSH αυξάνονταν από 0,4 έως 4,0 mIU / L, ενώ ο κίνδυνος διαβήτη μειώνονταν από 35% σε 15% όσο οι ελεύθερες τιμές Τ4 αυξάνονταν από 11 σε 25 pmol / L .

Ερωτηθείς από το Medscape Medical News κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης, για το ποιος μπορούσε να είναι ο μηχανισμός για τη σύνδεση αυτή, ο Δρ Chaker τόνισε ότι αυτό δεν είναι πραγματικά γνωστό, αλλά τόνισε επίσης ότι οι ορμόνες του θυρεοειδούς είναι σημαντικές για το μεταβολισμό και τη διατήρηση του βάρους, οπότε το αποτέλεσμα θα μπορούσε να διαμεσολαβείται από το δείκτη μάζας σώματος αλλά και άλλους παράγοντες που συμμετέχουν στην ανάπτυξη του μεταβολικού συνδρόμου ή ίσως μια άμεση επίδραση των θυρεοειδικών ορμονών στη λειτουργία των β-κυττάρων, που είναι τα κύτταρα που εκκρίνουν την ορμόνη ινσουλίνη.

Με βάση τα παραπάνω ευρήματα θα πρέπει να διερευνηθεί στο μέλλον κατά πόσο ο προληπτικός έλεγχος και η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη τύπου 2.

Ε. Γ.

Πηγή: https://endo.confex.com/endo/2016endo/webprogram/Paper24901.html

Διαβάστε επίσης:

Διαβήτης και θυρεοειδής: ένα παιχνίδι ορμονών

Θυρεοειδίτιδα Χασιμότο και διαβήτης τύπου 1

Καμπύλη σακχάρου: πότε, πώς και γιατί πρέπει να γίνεται


woman-thyroid-w-660x330

Γνωρίζοντας το θυρεοειδή αδένα

Οι φίλοι της είχαν αντιληφθεί τη διαφορά.
Είχε γίνει ανήσυχη, ένιωθε κουρασμένη όλη την ώρα και είχε αρχίσει να κερδίζει βάρος. Εκείνη δεν έδινε σημασία σε αυτές τις αλλαγές, τις είχε αποδώσει στο εργασιακό άγχος. Οι εξετάσεις αίματος έδειξαν όμως ότι στα 30 της, είχε υποθυρεοειδισμό, μια κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός διαθέτει ανεπαρκή ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών.

Δεν είναι η μόνη. Όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται από προβλήματα του θυρεοειδούς.

Ο θυρεοειδής είναι ένας σε σχήμα πεταλούδας, μέγεθος καρυδιού αδένας που βρίσκεται στη βάση του λαιμού, ακριβώς κάτω από το μήλο του Αδάμ.
Ο θυρεοειδής αδένας εκκρίνει δύο ορμόνες- την Τ4 (θυροξίνη) και την Τ3 (τριιωδοθυρονίνη), που δρουν σχεδόν σε κάθε κύτταρο του σώματος.
Η λειτουργία του θυρεοειδούς ελέγχεται από την υπόφυση, η οποία εκκρίνει την θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH).
Όλες οι πτυχές του μεταβολισμού, από το ρυθμό με τον οποίο η καρδιά χτυπά μέχρι το πόσο γρήγορα χρησιμοποιούνται οι θερμίδες που καταναλώνουμε, ρυθμίζονται από τις θυρεοειδικές ορμόνες.
Ο θυρεοειδής αδένας διαδραματίζει έναν κρίσιμο ρόλο στο μεταβολισμό του σώματος, γι αυτό πολλές μεταβολικές διαταραχές συμβαίνουν όταν ο αδένας εκκρίνει λιγότερη ή περισσότερη ποσότητα ορμονών.
Εάν δεν υπάρχουν αρκετές θυρεοειδικές ορμόνες στην κυκλοφορία του αίματος, ο μεταβολισμός του σώματος επιβραδύνει. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται υποθυρεοειδισμός (υπολειτουργία του θυρεοειδούς).
Εάν υπάρχει μεγάλη ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα, ο μεταβολισμός εργάζεται γρηγορότερα. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται υπερθυρεοειδισμός (υπερδραστήριος θυρεοειδής).

Οι γυναίκες τείνουν να υποφέρουν από τις νόσους του θυρεοειδούς συχνότερα από ό,τι οι άνδρες. Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούν τη διάγνωση για κάποιο χρονικό διάστημα, διότι συχνά τα συμπτώματα του άγχους, ο γρήγορος καρδιακός ρυθμός και η αυξημένη εφίδρωση συχνά αποδίδονται σε άλλες αιτίες.

Μια πρόσφατη μελέτη ανάμεσα σε 5.376 ενήλικες έδειξε ότι υποθυρεοειδισμός υπήρχε στο 10,95% των περιπτώσεων, εκ των οποίων το 3,47% δεν είχαν καν εντοπιστεί πριν. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν το ένα τρίτο των ατόμων που εξετάστηκαν δεν είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι έπασχαν από υποθυρεοειδισμό μέχρι την εξέταση.

Πώς θα καταλάβετε ότι βρίσκεστε σε κίνδυνο για να αναπτύξετε μια νόσο του θυρεοειδούς;

Κληρονομικότητα

Αντιμετωπίζετε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης νόσου του θυρεοειδούς εάν ένας στενός συγγενής έχει πρόβλημα με το θυρεοειδή. Η κληρονομικότητα παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στην εμφάνιση υπολειτουργίας του θυρεοειδούς όσο και υπερθυρεοειδισμού.
Υπάρχουν αντισώματα που στρέφονται κατά του θυρεοειδούς και μπορούν να ελεγχθούν στο αίμα, αν και δε σημαίνει αυτό ότι όλοι όσοι έχουν θετικά αντισώματα θα αναπτύξουν κατ ‘ανάγκη ανώμαλα επίπεδα θυρεοειδικών ορμονών.
Τα αντισώματα μπορούν να παίξουν κάποιο ρόλο κατά τη στιγμή της εγκυμοσύνης, γι ‘αυτό είναι καλύτερο να αξιολογείται η λειτουργία του θυρεοειδούς πριν προγραμματιστεί μια εγκυμοσύνη, ειδικά αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό νόσου του θυρεοειδούς.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο είναι ότι το πρόβλημα του θυρεοειδούς μπορεί να «παρακάμψει» γενιές. Δηλαδή κάποιος με υπολειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να έχει υγιείς γονείς, αλλά οι παππούδες του / της μπορεί να έπασχαν από κάποια νόσο του θυρεοειδούς.

Ορμόνες

Μια ασυνήθιστα πρώιμη ή όψιμη έναρξη της εφηβείας και της εμμήνου ρύσεως, οι ακανόνιστες εμμηνορροϊκές περίοδοι ή η απουσία της εμμήνου ρύσεως (αμηνόρροια) θα μπορούσαν να σηματοδοτούν ένα απαρατήρητο πρόβλημα του θυρεοειδούς.
Τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού συχνά μιμούνται αυτά του PMS (προεμμηνορροϊκό σύνδρομο): ο τυμπανισμός («φούσκωμα» στην κοιλιά), η αύξηση του σωματικού βάρους, οι αλλαγές στη διάθεση, η μεταβολή της λίμπιντο, οι διαταραχές του ύπνου, η κούραση και η δυσκοιλιότητα μπορεί να είναι κάποια από αυτά.

Μια ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε φέτος ανέφερε ότι τα πρόβληματα του θυρεοειδούς μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην αναπαραγωγική υγεία της γυναίκας και πρότεινε έλεγχο του θυρεοειδούς για τις γυναίκες με προβλήματα γονιμότητας. Ένας υπερδραστήριος θυρεοειδής ή μια υπολειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να επηρεάσουν την ωορρηξία.

Κούραση και ατονία

Συνήθως τα συμπτώματα του ήπιου υποθυρεοειδισμού είναι μη ειδικά, αλλάζουν σταδιακά, και συχνά αποδίδονται στο άγχος ή την υπερκόπωση. Οι περισσότερες γυναίκες που πάσχουν από υποθυρεοειδισμό πάνε στο γιατρό επειδή αισθάνονται κουρασμένες.

Ανώμαλες μεταβολές του βάρους

Σε περίπτωση υπερθυρεοειδισμού παρατηρείται συνήθως απώλεια βάρους για κανέναν προφανή λόγο, και στον υποθυρεοειδισμό, η αύξηση του σωματικού βάρους αποτελεί για τους περισσότερους ένα διαρκές πρόβλημα.
Αλλά όταν ληφθεί η σωστή θεραπεία, το βάρος σταδιακά μειώνεται.
Διαβάστε εδώ περισσότερα για το πώς ο θυρεοειδής μπορεί να επηρεάσει το σωματικό βάρος.

Κατάθλιψη και άγχος

Έρευνες απέδειξαν τη στενή σχέση μεταξύ ενός αυξημένου κινδύνου εμφάνισης κατάθλιψης και μιας υπερ- ή της υπολειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα.

Τόσο ο υπερθυρεοειδισμός όσο και ο υποθυρεοειδισμός έχουν συνδεθεί με διαταραχές της διάθεσης και μειωμένη σεξουαλική επιθυμία (λίμπιντο). Οι εναλλαγές της διάθεσης μπορεί να είναι το πρώτο σημάδι ενός υπερδραστήριου ή ενός υπολειτουργικού θυρεοειδούς.
Η νευρικότητα, το άγχος και η υπερκινητικότητα σε περίπτωση υπερθυρεοειδισμού συχνά παρεμποδίζουν την ικανότητα ενός ατόμου να πραγματοποιήσει τις συνήθεις καθημερινές δραστηριότητες.

Πολλές γυναίκες επισκέπτονται τον ενδοκρινολόγο με συμπτώματα όπως τάση για υπερβολικό κλάμα και κοινωνική απομόνωση. Νιώθουν χάλια όλη την ώρα, δεν έχουν διάθεση να σηκωθούν το πρωί, εμφανίζουν όλα τα κλασικά συμπτώματα της κατάθλιψης. Αλλά μια θεραπεία με αντικαταθλιπτικά συνήθως δεν τους βοηθά.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων, μια εξέταση του θυρεοειδούς αποκαλύπτει τον υποθυρεοειδισμό και η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών ανταποκρίνεται καλά στη θεραπεία με θυροξίνη.

Διαβάστε ακόμη:

Ποια μέρη του σώματος επηρεάζει ο θυρεοειδής;

Θυρεοειδής, άγχος και κατάθλιψη

 

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, ειδικός ενδοκρινολόγος – διαβητολόγος
www.endomed.gr

 


liver

Θυρεοειδής και λιπώδης διήθηση του ήπατος

H μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος (NAFLD) είναι μία από τις πιο συχνές διαταραχές του ήπατος παγκοσμίως. Πρόκειται για μια ανώμαλη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ των ανθρώπων που πίνουν λίγο αλκοόλ ή καθόλου.
Εάν το λίπος στο ήπαρ ξεπερνάει το 5-10% του συνολικού βάρους του οργάνου, τότε αυτό ονομάζεται «στεάτωση» ή «λιπώδες ήπαρ». Παρά το γεγονός ότι έως και στο 80% των περιπτώσεων ατόμων με λιπώδες ήπαρ δεν εκδηλώνονται συμπτώματα, στο υπόλοιπο 20% των ασθενών μπορεί η ήπια αυτή νόσος να εξελιχθεί σε μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, στο συκώτι αναπτύσσεται φλεγμονή και τα κύτταρα καταστρέφονται. Η μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε κίρρωση του ήπατος.

Κεντρικός ρόλος στην ανάπτυξη της λιπώδους διήθησης του ήπατος έχει αποδοθεί στο μεταβολικό σύνδρομο, του οποίου τα κύρια χαρακτηριστικά, όπως η παχυσαρκία, η αντίσταση στην ινσουλίνη και / ή ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και η δυσλιπιδαιμία συνδέονται στενά με την ανάπτυξη ηπατικής στεάτωσης.

Θυρεοειδής και λιπώδης διήθηση του ήπατος

Τα τελευταία χρόνια συζητείται μια συσχέτιση μεταξύ της δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς και της μη αλκοολικής λιπώδους νόσου του ήπατος. Οι ορμόνες που συντίθενται στο θυρεοειδή αδένα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση των διαφόρων μεταβολικών διεργασιών. Οι τυχόν διαταραχές στις συγκεντρώσεις των θυρεοειδικών ορμονών μπορεί να προωθήσουν την ανάπτυξη υπερλιπιδαιμίας και παχυσαρκίας, συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη της στεάτωσης. 

Στόχος μιας νέας μελέτης που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΒΜC Endocrine Disorders τον Αύγουστο του 2015 ήταν να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ της δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς και της ηπατικής στεάτωσης.

Η συχνότητα εμφάνισης της ηπατικής στεάτωσης στη μελέτη άγγιξε το 27,4% των 2.245 ατόμων που συνολικά συμμετείχαν. Η συγκέντρωση της θυροξίνης στον ορό των ασθενών με λιπώδη διήθηση (T4) εμφανίστηκε στατιστικά σημαντικά μειωμένη.
Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης επιβεβαιώνουν τη σύνδεση μεταξύ του υποκλινικού υποθυρεοειδισμού και της ηπατικής στεάτωσης. Μέχρι σήμερα τα χαμηλά επίπεδα Τ4 στον ορό είχαν συνδεθεί με την αύξηση των τριγλυκεριδίων στο αίμα, γεγονός που ενδεχομένως να συμβάλλει και στην ανάπτυξη της λιπώδους διήθησης του ήπατος.

Τα συμπεράσματα

Ο έγκαιρος εντοπισμός των ασθενών που βρίσκονται σε κίνδυνο είναι σημαντικός δεδομένου ότι η αντιμετώπιση του υποθυρεοειδισμού μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο της εμφάνισης της στεάτωσης και τις ενδεχόμενες επιπλοκές.

Στα άτομα με γνωστό υποθυρεοειδισμό, από την άλλη, είναι απαραίτητο να ελέγχεται συχνά τόσο εργαστηριακά όσο και υπερηχογραφικά η ηπατική λειτουργία καθώς και μέσα από συχνούς ελέγχους να εξασφαλίζεται ότι λαμβάνουν τη σωστή δόση της θυροξίνης (T4).

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, ειδικός ενδοκρινολόγος – διαβητολόγος

Περισσότερα για τη σχέση του θυρεοειδή με το ήπαρ και τη χοληδόχο κύστη μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Πηγή: http://www.biomedcentral.com/1472-6823/15/41